Αν βάλεις παιδιά του δημοτικού να παρακολουθήσουν Καραγκιόζη, θα γελάσουν με όλη τους την ψυχή. Αυτό σε κάνει να αναπολείς την ομορφιά ενός θεάματος το οποίο –μεγαλώνοντας– ξεχνάς.Τι είναι αυτό που καταλαβαίνουν τα παιδιά και εμείς δεν μπορούμε να καταλάβουμε; Καραγκιόζης είναι ο άνθρωπος ο πεινασμένος, ο καταπιεσμένος και ο κατατρεγμένος. Ένας ήρωας που γεννήθηκε μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες και που στις μέρες μας έφτασε το όνομά του να σημαίνει βρισιά. Κι όμως, αν προσέξουμε τις ιστορίες του, θα διαπιστώσουμε ότι αυτός ο λαϊκός ήρωας γεννήθηκε από την ίδια μας τη ζωή.
Ο τόπος γέννησης του αγαπημένου μας Καραγκιόζη δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένος και οι απόψεις που έχουν διατυπωθεί, πολλές. Η ιστορία τής δημιουργίας του βασίζεται σε προφορικές παραδόσεις, από τις οποίες η πιο διαδεδομένη αναφέρεται στον γνωστό θρύλο του Καραγκιόζη και του Χατζηαβάτη που ζούσαν στην Προύσα. Γύρω στο 1300, ο Καραγκιόζης, ο Χατζηαβάτης κι άλλοι μάστορες έχτιζαν το τζαμί στην Προύσα, όπου τους παρακολουθούσε ο σεΐχης Μεχμέτ Κιουστερί, Πέρσης δερβίσης. Οι δύο χτίστες ξεχώριζαν από τους άλλους εργάτες για τα καθημερινά τους αστεία, και αποσπούσαν και τους άλλους χτίστες. Ο σουλτάνος πρόσταξε τότε να τους κρεμάσουν, γεγονός που στενοχώρησε πολύ τους άλλους χτίστες. Έτσι ο Μεχμέτ Κιουστερί, για να τους διασκεδάσει, ζωντάνεψε σε θέατρο σκιών τους δύο αδικοχαμένους.
Υπάρχει όμως και ακόμα ένας θρύλος για τον Καραγκιόζη, ο οποίος αναφέρεται στην ιστορία ενός Έλληνα από την Ύδρα, του Μαυρομάτη, και τοποθετείται χρονολογικά περίπου τον δέκατο όγδοο αιώνα. Ο Μαυρομάτης λέγεται ότι ήρθε στην Τουρκία από την Κίνα με το θέατρο σκιών του. Αποφασίζοντας να εγκατασταθεί πλέον μόνιμα στην Πόλη, προσάρμοσε τόσο τη ζωή του όσο και το θέατρό του στα ήθη των Τούρκων. Έτσι ονόμασε τον πρωταγωνιστή του Karagöz, που στα τούρκικα σημαίνει μαυρομάτης.
Μεγάλη ομοιότητα του Καραγκιόζη υπάρχει με τα πρόσωπα της αρχαίας αριστοφανικής κωμωδίας. Επίσης, γίνεται μια σύνδεσή του με τον Πτωχοπρόδρομο του Βυζαντίου, αφού υπάρχουν πολλές συγγένειες κι ομοιότητες στο πνεύμα, στην ποιότητα και στην αίσθηση της σάτιρας μεταξύ των δύο αυτών ειδών. Ακόμα, λόγω των σταθερών τύπων, υπάρχει μεγάλη συγγένεια και με την commedia dell’arte. Ο ήρωας της commedia Πουλτσινέλα φαντάζει σαν ο πρώτος εξάδελφος του Καραγκιόζη.
Φως, σκιά και ταξίδι
Το στήσιμο του Καραγκιόζη βασίζεται στην τεχνική του θεάτρου σκιών, του οποίου η αρχή χάνεται στο βάθος των αιώνων. Η σκιά εξαρτάται πάντα από το φως. Πολλές θρησκείες τής προσέδωσαν θρησκευτική σημασία. Με τη σκιά και το φως έπαιζαν και οι αρχαίοι Έλληνες στα Ελευσίνια Μυστήρια. Οι τελετές αυτές είχαν σχέση με τη Δήμητρα και την Περσεφόνη, τη γέννηση και το θάνατο. Οι παλαιότερες ενδείξεις για συστηματοποιημένη χρήση της σκιάς σε θέατρο εμπεριέχονται στα έπη Μαχαμπαράτα και Τεριγκάτα. Η ανάπτυξη του θεάτρου σκιών στην Ινδία χρονολογείται περίπου στο 200 π.Χ., ενώ στην Κίνα εμφανίζεται περί το 200 μ.Χ.
Σύμφωνα με τους θρύλους, ένας μάγος, για να παρηγορήσει τον βασιλιά Βου-Τι, ο οποίος είχε χάσει τη γυναίκα του, ζωγράφισε τη μορφή της πάνω σ’ ένα λεπτό διάφανο κομμάτι δέρμα (φιγούρα). Ύστερα κατασκεύασε ένα τελάρο και πάνω του τέντωσε ένα ύφασμα. Το φώτισε από πίσω κι άρχισε να κουνάει πάνω του τη φιγούρα της γυναίκας, μιμούμενος παράλληλα και τη φωνή της. Έτσι κάπως μαλάκωσε ο πόνος του βασιλιά. Το κινέζικο θέατρο σκιών φτάνει σε θαυμαστό βαθμό τελειότητας και σε απαράμιλλη αισθητική ποιότητα. Καμίας άλλης χώρας οι φιγούρες δεν συγκρίνονται σε φινέτσα με αυτές της Κίνας. Κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι το θέατρο σκιών ανακάλυψαν νομάδες Τουρκομάνοι τον ενδέκατο αιώνα μ.Χ. Το σίγουρο είναι ότι οι Άραβες τον δωδέκατο ή τον δέκατο τρίτο αιώνα έχουν αναπτύξει ένα υψηλής ποιότητας θέατρο σκιών. Από αυτή την εποχή, μάλιστα, διασώζονται και κείμενα παιγμένων έργων.
Στη συνέχεια ταξιδεύει δυτικά, φτάνει στη Μεσόγειο και καταλήγει σε Τουρκία και Ελλάδα. Πιθανόν να ήρθε με τους τσιγγάνους από την Ινδία. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι οι Άραβες είναι εκείνοι που μετέφεραν τον Καραγκιόζη στην Τουρκία, τον καιρό του σουλτάνου Σελίμ Α΄, το έτος 1512. Συνεπώς, η διαμάχη γύρω από τις εθνικές ρίζες τού μεσογειακού θεάτρου σκιών είναι μια διαμάχη χωρίς ουσιαστικό αντικείμενο. Πάντως, η εμφάνιση του Καραγκιόζη στον ελλαδικό χώρο συμπίπτει με την οθωμανική κυριαρχία, που είχε εξαπλωθεί σε όλες τις χώρες της βυζαντινής αυτοκρατορίας, έτσι, επόμενο ήταν το θέατρο σκιών να πάρει μορφή και έκφραση σύμφωνα με τις νέες κοινωνικές συνθήκες.
Σύμφωνα με τον Εβλιγιά Τσελεμπί, κατά τον δέκατο έβδομο αιώνα υπάρχει διάκριση ανάμεσα στους λαϊκούς καραγκιοζοπαίκτες και στους καραγκιοζοπαίκτες των οποίων οι παραστάσεις προορίζονταν για τις ανώτερες τάξεις. Το λαϊκό θέατρο σκιών γίνεται μια προνομιακή έκφραση της ιδεολογικής αυτονομίας που παρουσιάζει η γειτονιά στην Τουρκία και στην Ελλάδα και της αντίθεσης που υπάρχει ανάμεσα στον κόσμο του πλούτου και στην καταπίεση που υφίστανται οι φτωχοί. Η θεμελιακή διχοτόμηση ανάμεσα στο λαουτζίκο και στις ανώτερες τάξεις φαίνεται να είναι παρούσα στο σύνολο των σημαινουσών όψεων του θεάματος, από την κινητική και τα σκηνικά ως τη συμβολική ορισμένων καταστάσεων. Το ανυπότακτο, ασυμβίβαστο και καταλυτικό πνεύμα των δύο θεαμάτων ενεργοποιείται χάρη στο κωμικό εύρημα, μέσω κυρίως της παρωδίας, της γελοιογραφικής υπερβολής ή της εκτροπής. Γι’ αυτό υπήρξαν ποικίλες μορφές λογοκρισίας που έπληξαν κατά καιρούς το θέαμα.
Ο Καραγκιόζης παιζόταν κυρίως στα παζάρια, όπου ομιλούνταν δύο γλώσσες, τουρκικά και ελληνικά, κι έτσι απέκτησε διττή υπόσταση, καλλιεργώντας και ταυτόχρονα διδάσκοντας στους θεατές το παζάρεμα, τις έξυπνες ατάκες και το λογοπαίγνιο. Ο μπερντές στηνόταν επίσης στα μοναστήρια και στους τεκέδες. Υποστηρίζεται ότι τον καιρό που ετοιμαζόταν η επανάσταση του 1821, το θέατρο αυτό χρησίμευε ως τόπος συνάντησης των αρχηγών της, οι οποίοι κατάστρωναν εκεί τα σχέδιά τους δίχως να τους υποψιαστούν οι Οθωμανοί.
Ένας κι ένας
Ο Καραγκιόζης είναι ο κεντρικός χαρακτήρας του παραδοσιακού ελληνικού και τουρκικού θεάτρου σκιών: αδιόρθωτος ταραξίας, αιώνια κεφάτος, ακαμάτης και αργόσχολος, αφελής μα και πονηρός, αδαής αλλά ταυτόχρονα ετοιμόλογος και γενναιόδωρος. Άλλο στοιχείο ομοιότητας ανάμεσα στον Τούρκο και στον Έλληνα Καραγκιόζη είναι ο τρόπος που κάνουν και οι δύο την είσοδό τους στη σκηνή (πηδήματα, τούμπες, χορός) καθώς και το γλωσσικό τους ιδίωμα. Εκτός από τον Karagöz, άλλοι χαρακτήρες του τουρκικού θεάτρου είναι: Χατζιεϊβάτ, Μπεκρής Τουζσούς, Τσελεμπής, Τιριάκι. Με τον καιρό, οι παραστάσεις του τουρκικού Καραγκιόζη μεταμορφώνονται και γεμίζουν σεξουαλικές ακόλαστες πράξεις, ενώ το μακρύ χέρι του έχει πάρει θέση και χρήση φαλλού.
Στην Ελλάδα, ως λαϊκός ήρωας, εκπροσωπεί τον φτωχό, εξαθλιωμένο, πονηρούτσικο Έλληνα. Είναι αγαθός, σκληρός καμιά φορά στ’ αστεία του, αλλά κατά βάθος καλόκαρδος. Καμπούρης, ζει σε παράγκα απέναντι από το σεράι τού βεζίρη και είναι πάντα ξυπόλητος. Γεμάτος τεμπελιά και αισιοδοξία, όλους τους πειράζει και τους κοροϊδεύει και προ πάντων τον ίδιο τον εαυτό του. Είναι ευφυολόγος, ετοιμόλογος και αστείος. Όταν τρώει ξύλο, το δέχεται κι αυτό σαν μια κακοτυχία και σαν συνέπεια της κακοκεφαλιάς του. Ο Χατζηαβάτης είναι παμπόνηρος, ανήσυχος, δειλός, κόλακας και δουλοπρεπής, κυρίως απέναντι στους ισχυρούς. Προσποιείται τον μισοκακόμοιρο, ενώ ο νους του δουλεύει για την επόμενη βρομοδουλειά. Το επάγγελμά του είναι τελάλης, μεσίτης και ταχυδρόμος που εκτελεί παραγγελίες του μπέη και του πασά. Ωστόσο είναι ευγενικός, αξιοπρεπής και αξιόπιστος.
Ο Βεληγκέκας ή Βελή Γκέκας υπήρξε ιστορικό πρόσωπο. Ήταν δερβέναγας αλβανικής καταγωγής από την πόλη Σκόδρα, έμπιστος του Αλί Πασά. Έμεινε ονομαστός τόσο για τη σκληρότητά του όσο και για την ανδρεία του, ενώ υπήρξε κυρίως διώκτης των Ελλήνων αρματολών. Απετέλεσε ιδιαίτερο ήρωα του θεάτρου σκιών, φερόμενος ως υπασπιστής του πασά, ο οποίος πάντοτε έδερνε τον Καραγκιόζη. Ο Βεληγκέκας συμβολίζει την εκάστοτε εκτελεστική εξουσία, που φέρεται, σε ακραίες περιπτώσεις, να καταδυναστεύει τον ελληνικό λαό.
Ο μπαρμπα-Γιώργος επίσης υπήρξε πραγματικό πρόσωπο. Το 1896, σε ένα πανηγύρι στην Καντούνα, ο Μίμαρος με τον Ρούλια έδιναν παράσταση. Κάποια στιγμή εμφανίζεται στο πανηγύρι κάποιος που μιλούσε βαριά τη ρουμελιώτικη προφορά, λίγο τσιγκούνης, ανύπαντρος, που του άρεσαν οι γυναίκες και ο οποίος ήθελε να μαθαίνει τα πάντα. Αυτός ο άνθρωπος εντυπωσίασε τον Μίμαρο και τον Ρούλια. Έτσι, ο Μίμαρος, που ξεσήκωνε τον καθένα, έκοψε μια πρόχειρη φιγούρα και την παρουσίασε το βράδυ στο πανί. Τον βάφτισαν μπαρμπα-Γιώργο, όπως τον φώναζαν οι Καντουνιώτες. Εκείνος όμως που πρόσθεσε μόνιμα στο θίασο του Καραγκιόζη τον μπαρμπα-Γιώργο είναι ο Ρούλιας. Στο θέατρο σκιών ο μπαρμπα-Γιώργος εκπροσωπεί τον βουνίσιο Έλληνα, τον γνήσιο Ρουμελιώτη, του οποίου ο χαρακτήρας παρέμεινε αδιάφθορος μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Είναι τύπος αγαθός, ηθικός και δυνατός.
Ο σιορ Διονύσιος ή Νιόνιος είναι Ζακυνθινός με ιταλική παιδεία κι έντονη επτανησιακή προφορά. Ντύνεται φράγκικα, με ψηλό καπέλο και παντελόνι ριγέ. Είναι φτωχός μα πολιτισμένος, αγαθός, καλόβολος, αγαπητός σε όλους. Ολότελα διαφορετικός υπήρξε ο Φρέντι στον τουρκικό Καραγκιόζη, απ’ όπου τον απέσπασε ο Μίμαρος και του έδωσε τη σημερινή του εμφάνιση. Ο Σταύρακας είναι μάγκας, κουτσαβάκης και ψευτοπαλικαράς. Δεν υποχωρεί και, στο τέλος, πάντα τρώει ξύλο. Είναι δημιούργημα του καραγκιοζοπαίχτη Γιάννη Μώρου. Ντύνεται με παντελόνι τζογέ, ζωνάρι κρεμαστό, κρατάει ένα μεγάλο βαρύ κομπολόι και μιλάει στην αργκό.
Σε κάθε έργο μπορεί να αναφέρονται και άλλοι βοηθητικοί χαρακτήρες, αλλά οι πιο συνηθισμένοι από αυτούς είναι το Κολλητήρι, ο Κοπρίτης και ο Πιτσικόκος, τα παιδιά του Καραγκιόζη, η Αγλαΐα, η γυναίκα του, ο Μορφονιός, μαμάκας, με μια τεράστια μύτη, ο οποίος πιστεύει ότι είναι ωραίος, ο Εβραίος, συνήθως πλούσιος, ο βεζίρης και η κόρη του βεζίρη, αντικείμενο πόθου του Καραγκιόζη. Τέλος, ορισμένα πρόσωπα είναι εναλλάξιμα από έργο σε έργο, ενώ την είσοδο των ηρώων συνοδεύον τυποποιημένα στοιχεία: τραγούδι, ποίημα, χορός ή μονόλογος. Συνήθως η δράση των τύπων του ελληνικού θεάτρου σκιών λαμβάνει χώρα μεταξύ ενός σαραγιού και μιας καλύβας. Από το σαράι εμφανίζονται οι άνθρωποι του πλούτου και της εξουσίας: πασάδες, μπέηδες, αστυνόμοι, μπασκίνες. Η παράγκα ανήκει στον πρωταγωνιστή. Οι φιγούρες είναι φτιαγμένες από δέρμα ή χαρτόνι ή καπλαμά.
Η νεοελληνική καριέρα του καμπούρη
Οι πρώτες ιστορικά βεβαιωμένες πληροφορίες για το θέατρο του Καραγκιόζη εντοπίζονται στα μέσα του δέκατου έβδομου αιώνα. Εκείνη την εποχή παιζόταν βέβαια στην ελληνική γλώσσα, αλλά αποτελούσε θέαμα ακατάλληλο και χυδαίο, ενώ τα βασικά του στοιχεία ήταν τουρκικά. Επρόκειτο άλλωστε για θέατρο που περιόδευε από περιοχή σε περιοχή, ξεκινώντας κυρίως από την Πόλη. Μετά την απελευθέρωση, ο μπαρμπα-Γιάννης ο Μπράχαλης φέρνει τον Καραγκιόζη στην Ελλάδα, στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα. Συγκεκριμένα, το 1841, σε εφημερίδα της εποχής στο Ναύπλιο, γίνεται λόγος για το θέατρο σκιών. Από τότε ο Καραγκιόζης εγκαθίσταται μόνιμα εδώ και από τις αρχές πλέον του 1900 μπορούμε να μιλάμε για καθαρά ελληνικό Καραγκιόζη.
Αμέσως γίνεται δεκτός και αγαπητός και, όπου παίζεται, η παράστασή του ξεχειλίζει από κόσμο. Η κοινωνική ιστορία του είναι σχεδόν ταυτόσημη με την αντίστοιχη του ρεμπέτικου τραγουδιού. Πράγματι, και τα ρεμπέτικα και ο ελληνικός Καραγκιόζης κάνουν την εμφάνισή τους στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, περίοδο μετάβασης της ελληνικής αγροτικής κοινωνίας στον καπιταλισμό. Η πιο γόνιμη περίοδος που ανθεί το ελληνικό λαϊκό θέατρο σκιών είναι το διάστημα από το 1915 μέχρι το 1950. Τότε δημιουργούνται τα περισσότερα έργα, αυτά που παίζονται και σήμερα και από τα οποία γεννιούνται οι μεγαλύτεροι καραγκιοζοπαίκτες. Κάθε γειτονιά έχει το δικό της μαντράκι, το οποίο γεμίζει κάθε βράδυ από πλήθος κάθε ηλικίας.
Από την εποχή που εμφανίστηκε συνεχώς εξελίσσεται. Οι καραγκιοζοπαίκτες παρουσίαζαν όλο και περισσότερες ικανότητες: φαντασία, εφευρετικότητα, μιμική, χιούμορ, μνήμη, σκηνοθετική αντίληψη, συγγραφική σύλληψη, σκηνογραφική και σκηνοθετική εκτέλεση, τραγούδι. Εξάλλου, ο μάστορας είναι η ψυχή στο θέατρο σκιών. Είναι ο αφανής πρωταγωνιστής, αυτός που δίνει ζωή στα χαρτονένια σχέδια. Γνωστοί καραγκιοζοπαίκτες είναι οι Βάγγος Κορφιάτης, Γιώργος Καρίδημος, Δημήτρης Πάγκαλος, Ευγένιος Σπαθάρης, Θανάσης Σπυρόπουλος, Λιάκος Πρεβεζάνος, Μάνθος Αθηναίος, Μόλλας, Μανωλόπουλος (ο οποίος πρόσθεσε τις φιγούρες του Μπιρικόκου και του Κοπρίτη), Ξανθάκης, Πάνος Καπετανίδης, Χρήστος Κούκος, Φωτεινός. Αρχικά, τη δουλειά του καραγκιοζοπαίκτη θεωρούσαν ξεφτιλισμένη εργασία, ντροπή για όλη την οικογένεια. Με τον εξελληνισμό του Καραγκιόζη, όμως, άρχισαν τα πράγματα να αλλάζουν.
Οι μάστοροι ξέρουν απ’ έξω όλα τα έργα που παίζουν, ενώ ο αυτοσχεδιασμός έχει πρωτεύοντα ρόλο. Για τους καραγκιοζοπαίκτες η φωνητική ευελιξία είναι το μεγαλύτερο προτέρημα, καθώς μιμούνται διαφορετικές προφορές και φωνές, όπως και πολλούς διαφορετικούς ήχους. Ο καραγκιοζοπαίκτης διαθέτει περιθώρια ελευθερίας στο παίξιμό του, ενώ καίρια σημασία παρουσιάζουν η προσωπική του παρόρμηση και η έμπνευση της στιγμής που εξαρτάται άμεσα από το ακροατήριο.
Σημαντικός σταθμός στην ιστορία του Καραγκιόζη, ο Μίμαρος, μεγάλος μάστορας και μίμος, χτενίζει τα αισχρά λόγια και τις άσεμνες εκφράσεις και κινήσεις τον Καραγκιόζη και σιγά σιγά τού δίνει τη φυσιογνωμία που βλέπουμε σήμερα. Αυτός καθιέρωσε στη σκηνογραφία το σεράι του Βεζίρη και την καλύβα του Καραγκιόζη: σύμβολο του πλούτου και της δύναμης, το ένα· της φτώχειας και της κακομοιριάς, το άλλο. Με τον καιρό, εξελίσσεται σε σατιρικό θέατρο. Χρησιμοποιώντας την παλιά εξουσία (πασάς, βεζιροπούλα, βεζίρης, Βεληγκέκας), πρόσωπα που δεν υπήρχαν στο τουρκικό θέατρο, σατιρίζει την καινούργια εξουσία. Από τόπο σε τόπο προστίθενται νέοι τύποι, ανάλογα με τις ανάγκες τής περιοχής, από τους οποίους οι πιο ισχυροί παραμένουν μέχρι σήμερα. Στην Αθήνα τον πρωτοβλέπουμε το έτος 1852 σε συνοικία της Πλάκας.
Επί μεγάλο διάστημα ο Καραγκιόζης αποτέλεσε τη μοναδική ψυχαγωγία του λαού μας. Ο κλασικός τύπος του Έλληνα, τον οποίο αντιπροσωπεύει, του παρείχε τη δυνατότητα να δένει και να εκφράζει τα πλατιά λαϊκά στρώματα, ενώ παρουσίαζε ένα ολόκληρο σύνολο από παραστάσεις, στάσεις, κανόνες συμπεριφοράς, εμπειρικές γνώσεις, τρόπους ζωής, προτιμήσεις και ιδεολογίες μιας ολόκληρης εποχής του ελληνικού έθνους. Τη δυναμική πορεία του θεάματος ανακόπτουν βίαια η τεχνολογία και η ανάπτυξη της έβδομης τέχνης, του κινηματογράφου, και αργότερα της τηλεόρασης.
Σήμερα, η θεατρική αυτή παράδοση συνεχίζεται με ενδιαφέρον από διάφορους παίκτες σε όλη την Ελλάδα, μα και στο εξωτερικό, ενώ οι θεατές εξακολουθούν να τη δέχονται με μεγάλη αγάπη και απέραντη νοσταλγία. Ο Καραγκιόζης είναι η συμπύκνωση του λαϊκού πνεύματος, καθώς δανείζεται την ευφυΐα του από τους δρόμους. Πρόκειται για μια κληρονομιά πολύτιμη που δεν πρέπει να χαθεί, γιατί ήρωάς της είναι ο καθρέφτης της γνήσιας ελληνικής ψυχής.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου