βρίσκεται η ελληνική οικονομία.Oι εργοδοτικές ενώσεις επεξεργάζονται σχέδιο που προβλέπει μηδενικές αυξήσεις σε επιχειρήσεις κλάδων που βρίσκονται στο… κόκκινο, δηλαδή αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, και στα όρια της εισοδηματικής πολιτικής, 1,5%, 2% -το ανώτερο – μόνο για τους χαμηλόμισθους. Ενίσχυση περίπου 7% αναμένεται να δοθεί στον κατώτατο μισθό του νεοεισερχόμενου στην αγορά εργασίας με στόχο να διαμορφωθεί ο μισθός στα περίπου 800 ευρώ από 730 που είναι σήμερα.
Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των κοινωνικών εταίρων θα ξεκινήσουν τον Ιανουάριο, με την εργοδοτική πλευρά να ποντάρει στην ποσοστιαία αύξηση του 5,5% που χορηγήθηκε με τη διετή εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας, που λήγει στο τέλος του έτους, και θα ζητήσει από τους εργαζομένους να αντιληφθούν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει και καλείται να ξεπεράσει η ελληνική οικονομία.
Η ΓΣΕΕ από την πλευρά της επιχειρεί να διασφαλίσει τους κατώτατους μισθούς, διότι τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας πλήττουν πρώτα και κύρια τους εργαζομένους και τα φτωχά λαϊκά στρώματα της χώρας, γι’ αυτό είναι ζήτημα μέγιστης προτεραιότητας για τη Συνομοσπονδία.
Μπορούν και πρέπει να συζητηθούν τόσο μεταξύ των κοινωνικών φορέων όσο και σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, για να αναζητηθούν λύσεις εξόδου από την κρίση, με τρόπο και πολιτικές που θα διασφαλίζουν την απασχόληση, την ανάπτυξη και τα δικαιώματα των εργαζομένων, παράλληλα με την ανάπτυξη της οικονομίας και των επιχειρήσεων.
Οι εργοδότες θα επιδιώξουν να μη δοθούν αυξήσεις στις επιχειρήσεις και τους κλάδους που αντιμετωπίζουν προβλήματα αποβιομηχάνισης, ενώ εξετάζεται το ενδεχόμενο της δυνατότητας υπογραφής ενδοεπιχειρησιακής σύμβασης σε ορισμένες περιπτώσεις.
Παράλληλα, θα επιδιωχθούν κοινές πρωτοβουλίες των εργοδοτικών οργανώσεων και της ΓΣEE για νομούς, περιοχές και επιχειρήσεις που πλήττονται από την αποβιομηχάνιση και την ανεργία.
Οι εργοδότες, πάντως, όπως καταγράφει και η τριμηνιαία έρευνα για τις προοπτικές απασχόλησης που πραγματοποιεί η Manpower, είναι συγκρατημένοι ως προς το πώς αναμένουν να κινηθεί η απασχόληση κατά το Α΄ τρίμηνο του 2010. Ωστόσο, αν και καταγράφεται πως οι ευκαιρίες εργασίας θα είναι μειωμένες για το συγκεκριμένο διάστημα, ο δείκτης των συνολικών προοπτικών απασχόλησης διαμορφώνεται στο +1%, γυρνώντας σε θετικά πρόσημα μετά από τρία συνεχή τρίμηνα. Τα αποτελέσματα της τριμηνιαίας έρευνας της Μanpower για τις προοπτικές απασχόλησης στην Ελλάδα προέκυψαν από συνεντεύξεις σε αντιπροσωπευτικό δείγμα 751 Ελλήνων εργοδοτών.
Οι εκτιμήσεις τους σχετικά με τις προοπτικές προσλήψεων κατά το επόμενο τρίμηνο ποικίλλουν, καθώς το 14% δηλώνει ότι θα προχωρήσει σε προσλήψεις, το 13% ότι σκοπεύει να προχωρήσει σε απολύσεις και το 71% αναφέρει ότι δεν θα υπάρξει μεταβολή στον αριθμό των ατόμων που απασχολεί.
Σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, το ισοζύγιο της απασχόλησης βελτιώνεται κατά μία ποσοστιαία μονάδα (+1%), ενώ σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους ο δείκτης των Συνολικών Προοπτικών Απασχόλησης καταγράφει πτώση της τάξεως των δύο ποσοστιαίων μονάδων (-2%).
«Επιφυλακτικότητα: Αυτή είναι η λέξη που ταιριάζει περισσότερο στην ελληνική αγορά εργασίας» τονίζει η δρ. Βενετία Κουσία, διευθύνουσα σύμβουλος της Manpower στην Ελλάδα, σημειώνοντας πως, ακόμη και για τις εταιρείες που προχωρούν σε αλλαγές, οι αλλαγές αυτές θα είναι συγκρατημένες και μετριοπαθείς.
Αυτό συμβαίνει γιατί, όπως συμπληρώνει η ίδια, στις περισσότερες περιπτώσεις οι δύσκολες αποφάσεις που ήταν απαραίτητες για την ευθυγράμμιση της εταιρικής στρατηγικής και της επιχειρηματικής λειτουργίας με τα νέα δεδομένα μιας αγοράς σε κρίση έχουν ήδη ληφθεί και εφαρμοστεί μέσα στο 2009.
Οι πιο θετικές προοπτικές προσλήψεων καταγράφονται στον τομέα της γεωργίας, με τις συνολικές προοπτικές απασχόλησης να φτάνουν το 13%, και ακολουθούν οι εργοδότες στον τομέα των χρηματοοικονομικών, ασφαλειών, ακίνητης περιουσίας και παροχής υπηρεσιών προς επιχειρήσεις, με 10%. Οι χαμηλότερες συνολικές προοπτικές απασχόλησης αναφέρονται από τους εργοδότες στον τομέα των κατασκευών, φτάνοντας το -18%.
Σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο, οι συνολικές προοπτικές απασχόλησης εμφανίζονται μειωμένες σε τρεις από τους εννέα τομείς της αγοράς εργασίας, με τη μεγαλύτερη μείωση να καταγράφεται στους τομείς των κατασκευών (-21%) και του δημόσιου τομέα και κοινωνικών υπηρεσιών (-12%).
Σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, οι προοπτικές απασχόλησης εμφανίζονται μειωμένες σε επτά από τους εννέα τομείς της οικονομίας, με εξαίρεση τους τομείς του τουρισμού και της γεωργίας, οι οποίοι παρουσιάζουν βελτίωση της τάξης των 22 και 12 ποσοστιαίων μονάδων αντίστοιχα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου