O παραλογισμός στις αγορές όλου του κόσμου αντικατοπτρίζει την αντίφαση των οικονομικών fundamentals. Διαφορετικές είνα
ι οι ερμηνείες τού γιατί οι λιανικές πωλήσεις στις ΗΠΑ βελτιώνονται ενώ από την άλλη η ανεργία καλπάζει, οι κατασχέσεις ακινήτων συνεχίζουν να αυξάνονται και να συρρικνώνονται οι πιστωτικές κινήσεις των καταναλωτών, γιατί οικονομίες οι οποίες εξαρτώνται από τις εξαγωγές των προϊόντων τους όπως η οικονομία της Γερμανίας, της Βραζιλίας και άλλων ανακάμπτουν, ενώ τα νομίσματά τους- το ευρώ και το βραζιλιάνικο ρεάλ- γίνονται ολοένα ακριβότερα. Ανάμεικτες απόψεις κινούν και τις αγορές συναλλάγματος. Οι αισιόδοξοι επενδυτές αποδέχονται όλο και περισσότερο τον κίνδυνο, με συνέπεια το δολάριο Αυστραλίας και το ρεάλ Βραζιλίας να καλπάζουν έναντι του δολαρίου.Στο τέλος βέβαια μόνο μία άποψη θα αποδειχθεί σωστή. Οι αγορές μπορεί να παραμένουν παράλογες για αρκετό χρονικό διάστημα, αλλά όταν η πραγματικότητα διαφανεί και οδηγήσει στο σκάσιμο της φούσκας, τότε οι συνέπειες θα είναι οδυνηρές για κυβερνήσεις και επενδυτές. Η πλημμυρίδα νέου φθηνού χρήματος έχει δουλέψει τόσο καλά ώστε έχουν αρχίσει να δημιουργούνται έντονοι φόβοι ότι οι φούσκες έχουν ήδη επανακάμψει. Είναι τέτοιοι οι φόβοι για τη δημιουργία φούσκας στις αναδυόμενες οικονομίες, ώστε η μία μετά την άλλη οι κυβερνήσεις προσπαθούν να παγώσουν τις εισροές του καυτού χρήματος. Τώρα οι χώρες αρχίζουν και υιοθετούν τον έλεγχο κεφαλαίων, προκειμένου να σταματήσουν τις βραχυπρόθεσμες εισροές του κερδοσκοπικού χρήματος, οι οποίες οδηγούν τα νομίσματά τους στα ύψη και φουσκώνουν τις άλλες αξίες.
Τις τελευταίες ημέρες μια σειρά από ποικίλες πολιτικές αλλαγές με στόχο την επιβράδυνση των εισροών του κερδοσκοπικού χρήματος έχει αρχίσει να υιοθετείται από τις κυβερνήσεις των αναδυόμενων αγορών. Προχθές η κυβέρνηση της Βραζιλίας, η οποία εξέπληξε τις αγορές για έναν μήνα με την επιβολή φόρου 2% στις εισροές ξένων κεφαλαίων που προορίζονται για τις χρηματοπιστωτικές αξίες, ανακοίνωσε ότι θα επιβάλει νέους, αυστηρότερους περιορισμούς. Ηδη το υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε νέα φορολογία ύψους 1,5% στα πιστοποιητικά διαπραγμάτευσης (ΑDRs) των βραζιλιάνικων επιχειρήσεων που είναι εισηγμένες στη Wall Street. Είχε προηγηθεί η κυβέρνηση της Ταϊβάν, η οποία και επέβαλε περιορισμούς στους ξένους που επενδύουν σε προθεσμιακές καταθέσεις. Προχθές επίσης ανώτατοι οικονομικοί αξιωματούχοι των κυβερνήσεων της Ινδίας, της Ινδονησίας και της Ταϊλάνδης προειδοποίησαν για την πιθανότητα παρέμβασης στις ροές του καυτού χρήματος που κυνηγά τις υψηλές αποδόσεις.
Οι κινήσεις και οι δηλώσεις αυτές έχουν θέσει σε επιφυλακή τις χρηματοπιστωτικές αγορές, μήπως ακολουθήσουν και άλλες χώρες. Παρ΄ ότι οι κινήσεις αυτές είναι ήπιες, υπογραμμίζουν ωστόσο τις αλλαγές με τις οποίες βρίσκονται αντιμέτωπες οι αναδυόμενες χώρες στην προσπάθειά τους να αποτρέψουν τη ραγδαία ανατίμηση των νομισμάτων τους έναντι του δολαρίου και τις πληθωριστικές φούσκες στις αξίες τους. Οι κίνδυνοι αυτοί έχουν μεγεθυνθεί από την κερδοσκοπική συναλλαγματική πολιτική της Κίνας. Παρά τις έντονες εκκλήσεις της κυβέρνησης Ομπάμα, το Πεκίνο αρνείται να αφήσει ελεύθερη τη διακύμανση του κινεζικού νομίσματος (γουάν) έναντι του δολαρίου προκειμένου να ανατιμηθεί το γουάν, με αποτέλεσμα τα νομίσματα των άλλων αναδυομένων αγορών να κάνουν ράλι τόσο έναντι του δολαρίου όσο και έναντι του κινεζικού νομίσματος.
Η πολιτική αυτή του Πεκίνου έχει μεν διατηρήσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα το κόστος για τους κινέζους βιομηχάνους, από την άλλη όμως έχει εκτινάξει στα ύψη το κόστος των άλλων αναδυόμενων νομισμάτων και των προϊόντων τους, τα οποία ανταγωνίζονται τα κινεζικά προϊόντα. Παίζει ρόλο και η αντίφαση των οικονομικών fundamentals, η οποία έχει οδηγήσει τους επενδυτές σε διαμετρικά αντίθετες απόψεις σε οτιδήποτε, από τις προοπτικές ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας ως την ύπαρξη του πληθωρισμού ή του αποπληθωρισμού. Ως αποτέλεσμα, υπάρχει ένα ταυτόχρονο ράλι σε εκ διαμέτρου αντίθετες αγορές. Οσοι επενδυτές πιστεύουν ότι τα χειρότερα της θυελλώδους αυτής οικονομικής κρίσης αποτελούν πλέον παρελθόν, έχουν επιδοθεί σε έναν αγοραστικό πυρετό για μετοχές. Επιπλέον οι επενδυτές στα κρατικά ομόλογα έχουν ενθαρρυνθεί από τις σαφείς υποσχέσεις των κεντρικών τραπεζιτών ότι θα διατηρήσουν χαμηλά τα επιτόκια και χαλαρή τη νομισματική τους πολιτική για αρκετό ακόμη χρονικό διάστημα.
Οι ίδιες αυτές υποσχέσεις έχουν ενθουσιάσει τους επενδυτές σε μετοχές. Και τούτο διότι ελευθερώθηκαν από τους φόβους οι οποίοι συνήθως συνοδεύουν την ανάκαμψη των οικονομιών και αφορούν τις αυξήσεις των επιτοκίων που στραγγαλίζουν την ανάπτυξη. Είναι οι ίδιοι επίσης οι οποίοι ωθούν όλο και υψηλότερα τις τιμές του πετρελαίου και των εμπορευμάτων, προσδοκώντας ότι η παγκόσμια ζήτηση θα ανακάμψει στα προ της κρίσης επίπεδα ταχύτερα από ό,τι αναμένεται. Αυτό ωστόσο δεν μπορεί να συνεχιστεί μακροπρόθεσμα, διότι το κόστος δανεισμού δεν θα παραμείνει σε μηδενικά επίπεδα επ΄ άπειρον ούτε θα παραμείνουν ανοικτές οι κάνουλες των τεράστιων δημοσιονομικών πακέτων τόνωσης των οικονομιών.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου