ποιος ακούει ότι η μια μόνη καμπάνα δεν ακούει παρά έναν ήχο

Κυριακή 19 Ιουλίου 2009

Oι προκλητικές αντιθέσεις της κοινωνικο-οικονομικής ελληνικής πραγματικότητας

Προκλητικές αντιθέσεις παρουσιάζει η ελληνική κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα, καθώς ενώ εμφανίζει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά φτώχειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παράλληλα, σημαντική μερίδα πολιτών διάγει βίο πολυτελείας, κατέχοντας ακριβά αυτοκίνητα, σκάφη και ακίνητα που δεν δικαιολογούνται από τα επίσημα εισοδήματα που εμφανίζουν.

Μια ματιά στα επίσημα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων αναδεικνύει το όργιο της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής που υπάρχει στην Ελλάδα και προκαλεί έντονο προβληματισμό στην πολιτική ηγεσία του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών.

Το 41,6% του συνόλου των επιχειρήσεων Α.Ε,. ΕΠΕ, Ο.Ε. και Ε.Ε., δηλώνουν μηδενικά κέρδη ή ζημιές, ενώ το 70,3% του συνόλου των επιχειρήσεων δηλώνει κέρδη έως 15.000 ευρώ.

Το μέσο εισόδημα των φυσικών προσώπων, που προέρχεται από βιομηχανικές και εμπορικές επιχειρήσεις, που δηλώθηκε το 2007 ανήλθε σε 12.381 ευρώ.

Επίσης, το ποσοστό της φτώχειας στην Ελλάδα φτάνει στο 20% και είναι το δεύτερο υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τη Λετονία!

Ωστόσο, τα παραπάνω στοιχεία, είναι σε αναντιστοιχία, με δεδομένα όπως ο τεράστιος (αναλογικά) αριθμός σκαφών αναψυχής που υπάρχει, ο τεράστιος αριθμός πολυτελών αυτοκινήτων που υπάρχει στην Ελλάδα, αλλά και το μεγάλο ποσοστό ιδιοκατοίκησης, που ξεπερνά το 80%, και είναι υψηλότερο στην ΕΕ.

Όλα τα περιουσιακά στοιχεία υποκρύπτουν κρυφό από την εφορία πλούτο και είναι αποτέλεσμα της παραοικονομίας και άρα και της φοροδιαφυγής που υφίσταται στη χώρα μας.

Τα προκλητικά εισοδήματα

Από τα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων προκύπτει ότι οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι δηλώνουν υψηλότερα εισοδήματα και άρα σηκώνουν τα μεγαλύτερα φορολογικά βάρη, αφού πληρώνουν υψηλότερους φόρους σε σύγκριση με τους ασκούντες επιχειρηματική δραστηριότητα.

Οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι, που δεν μπορούν να αποκρύψουν εισόδημα ή μέρος αυτού, φέρουν το μεγαλύτερο βάρος στη φορολογία των φυσικών προσώπων, καθώς προκύπτει ότι οι φόροι για εισοδήματα του 2007 από μισθούς και συντάξεις αντιστοιχούν στο 79% της συνολικής φορολογίας των φυσικών προσώπων ή στο 50% της συνολικής φορολογίας νομικών και φυσικών προσώπων.
Αναλυτικότερα, από τα στοιχεία της ΓΓΠΣ προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία:

- Από το σύνολο των 203.899 επιχειρήσεων, οι 84.803 (ποσοστό 41,6%) δήλωσαν μηδενικά κέρδη ή ζημιές το 2007.
- Οι 143.356 επιχειρήσεις (70,3%) δήλωσαν κέρδη έως 15.000 ευρώ.
- Το 57,1% των ανωνύμων εταιρειών ΑΕ) (ή 24.279 επί συνόλου 42.549) δήλωσαν μηδενικά φορολογητέα κέρδη.
- Το 67,4% των Α.Ε., δήλωσαν κέρδη έως 15.000 ευρώ.
- Το μέσο δηλωθέν κέρδος των Α.Ε. ανήλθε σε 316.288 ευρώ.
- Από τις 23.719 ΕΠΕ, οι 11.646 ή το 49,1% δήλωσαν ζημιές ή μηδενικά κέρδη.
- Το 66,4% των ΕΠΕ (ή 15.740) δήλωσε κέρδη έως 15.000 ευρώ.
- Το μέσο δηλωθέν εισόδημα του συνόλου των ΕΠΕ ανήλθε σε 42.604 ευρώ.
- Στις Ο.Ε., Ε.Ε. κ.λπ. εταιρείες παρατηρείται ότι μηδενικά κέρδη δήλωσε το 35,5% των επιχειρήσεων ή 48.894 επί συνόλου 137.631.
- Κέρδη έως 15.000 ευρώ, εμφάνισε τα 71,9% των ΟΕ και ΕΕ ήτοι 98.918 επιχειρήσεων.
- Οι 686.838 φορολογούμενοι που δηλώνουν κέρδη από βιομηχανικές και εμπορικές επιχειρήσεις, το μέσο εισόδημα που εμφάνισαν, ανήλθε σε 12.381 ευρώ.
- Οι 400.297 φορολογούμενοι με εισοδήματα από βιομηχανικές και εμπορικές επιχειρήσεις ποσοστό 58% επί του συνόλου των 686.838 επιχειρηματιών, δήλωσαν εισοδήματα έως 10.000 ευρώ, δηλαδή κάτω από το αφορολόγητο όριο των 10.500 ευρώ!
- Οι 383.818 ελεύθεροι επαγγελματίες δήλωσαν καθαρά κέρδη κατά μέσο όρο ύψους 9.947 ευρώ.
- Οι 272.328 ελεύθεροι επαγγελματίες ή το 71% του συνόλου (383.818) δήλωσαν εισόδημα έως 10.000 ευρώ, δηλαδή κάτω από το αφορολόγητο όριο των 10.500 ευρώ.
- Την ίδια χρονιά (2007) οι 4.292.694 μισθωτοί και συνταξιούχοι δήλωσαν μέσο εισόδημα ύψους 14.970 ευρώ, το υψηλότερο από όλους.

Τα χαρακτηριστικά της φτώχειας

Σε ό,τι αφορά στη φτώχεια, η «γραμμή» της φτώχειας ορίζεται στην Ελλάδα με βάση τα εισοδήματα που δηλώθηκαν το 2007 και ανέρχονται σε ετήσιο εισόδημα 6.120 ευρώ, για ένα άτομο και σε 12.852 ευρώ, για οικογένεια με δύο ανήλικα παιδιά.

Με βάση τα πιο πρόσφατα επίσημα στοιχεία, το 20% του πληθυσμού της χώρας ή 2.190.000 άτομα βρίσκονται κάτω από το χρηματικό όριο της φτώχειας. Το ποσοστό φτώχειας στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερο από ότι στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε.-15 αλλά και της Ε.Ε.-27 με εξαίρεση τη Λετονία που έχει ποσοστό φτώχειας 21%, ενώ στο σύνολο της Ε.Ε.-27 είναι στο 16%.

Με την εκτεταμένη φοροδιαφυγή που υπάρχει στην Ελλάδα, τα στοιχεία αυτά δεν οδηγούν σε ασφαλή συμπεράσματα για την έκταση της φτώχειας και ειδικότερα για την πραγματική φτώχεια καθώς:

1. Όσοι δηλώνουν χαμηλά εισοδήματα κάτω από το όριο της φτώχειας, δεν σημαίνει ότι αυτά είναι τα πραγματικά τους εισοδήματα. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι ιδιοκτήτες μπαρ καφετεριών, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, που δηλώνουν εισοδήματα ύψους 7.500 ευρώ, σίγουρα δεν ανήκουν στην κατηγορία των φτωχών, επειδή απλά αυτά τα εισοδήματα δεν είναι τα πραγματικά τους. Αν ήταν έτσι, θα αντιμετώπιζαν πρόβλημα επιβίωσης. Την ίδια στιγμή όμως κατέχουν υψηλής αξίας περιουσιακά στοιχεία, όπως αυτοκίνητα, σκάφη και ακίνητα.
2. Οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι που ξεπερνούν έστω και για ένα ευρώ τα όρια της φτώχειας, δεν θεωρούνται φτωχοί (!), αλλά εφόσον τα συγκεκριμένα εισοδήματα είναι τα τελικά, δηλαδή δεν έχουν άλλα κρυφά εισοδήματα, τότε είναι σε δυσμενέστερη κατάσταση, από ότι οι επίσημα «φτωχοί». Δηλαδή εργαζόμενος που λαμβάνει 900 ευρώ, το μήνα και έχει σύζυγο και δύο ανήλικα παιδιά, δηλαδή ετήσιο εισόδημα 12.600 ευρώ, δεν θεωρείται φτωχός. Αλλά θεωρείται φτωχός ο ελεύθερος επαγγελματίας με την ίδια οικογενειακή κατάσταση που δηλώνει εισόδημα π.χ. 8.000 ή 9.000 ευρώ. Η διαφορά είναι ότι μισθωτός δεν μπορεί να κρύψει εισοδήματα, ενώ ο ελεύθερος επαγγελματίας έχει όλη την ευχέρεια.

Σε ό,τι αφορά στις διαστάσεις της φτώχειας στις επιμέρους πληθυσμιακές ομάδες, ιδιαίτερη σημασία έχει ότι το 27% του πληθυσμού των αγροτικών περιοχών, το 23% των ηλικιωμένων (65 ετών και άνω)
που ζουν μόνοι, το 34% των οικογενειών που αποτελούνται από ένα γονέα (μονογονεϊκές) με παιδιά, το 25% των συνταξιούχων, το 36% των ανέργων, το 27% των μερικώς απασχολουμένων και το 30% των νοικοκυριών με αρχηγό που δεν τελείωσε το δημοτικό σχολείο βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας.

Εξάλλου, από τη σύνθεση του φτωχού πληθυσμού προκύπτει ότι το 35% των φτωχών είναι εργαζόμενοι, το 7% είναι άνεργοι που αναζητούν εργασία, το 25% είναι συνταξιούχοι, ενώ το υπόλοιπο 33% είναι οικονομικώς μη ενεργά άτομα. Επιπλέον, το 58% των φτωχών δεν έχει πάει καθόλου στο σχολείο ή έχει τελειώσει μόλις το Δημοτικό.

Δηλαδή, συμπεραίνει η Τ.τ.Ε. «υψηλή συμβολή στη διαμόρφωση της συνολικής φτώχειας στη χώρα μας έχουν οι ηλικιωμένοι, τα μέλη νοικοκυριών με αρχηγό απασχολούμενο στον πρωτογενή τομέα, συνταξιούχο ή άνεργο, και τα μέλη νοικοκυριών με αρχηγό χαμηλού εκπαιδευτικού επιπέδου.

Νέοι γονείς στη φτώχεια

Τα τελευταία χρόνια σύμφωνα με την Τ.τ.Ε. η φτώχεια φαίνεται να μετατοπίζεται:

- Από την ομάδα των ηλικιωμένων προς την ομάδα των νεότερων ζευγαριών με παιδιά αλλά και προς τους νέους εργαζομένους. Στη χώρα μας το 24% των ατόμων ηλικίας 18-24 ετών είναι σήμερα φτωχά. Σε αυτό φαίνεται να έχει συμβάλει η δυσκολία πρόσβασης των νέων στην απασχόληση και οι σχετικά χαμηλές αμοιβές στις ολοένα επεκτεινόμενες νέες ευέλικτες μορφές απασχόλησης (μερική απασχόληση, συμβάσεις έργου, εργασία φασόν κ.ά.).
- Από τις αγροτικές προς τις αστικές περιοχές. Παλαιότερα το μερίδιο των αγροτών στη συνολική φτώχεια ήταν ιδιαίτερα υψηλό, ενώ μειώνεται σημαντικά στα πιο πρόσφατα χρόνια με τη συρρίκνωση του αγροτικού τομέα και τη γήρανση του πληθυσμού αλλά και την καταβολή ανταποδοτικών πλέον συντάξεων στους νέους συνταξιούχους αγρότες.
- Από τους λιγότερο εκπαιδευμένους (π.χ. άτομα που δεν τελείωσαν το δημοτικό) προς τις μεσαίες και υψηλότερες εκπαιδευτικές βαθμίδες (π.χ. απόφοιτους γυμνασίου, λυκείου). Αυτό αντανακλά κυρίως τη βελτίωση του εκπαιδευτικού επιπέδου του πληθυσμού («εκπαιδευτική ωρίμαση») και όχι τόσο τη μείωση της πιθανότητας να βρίσκονται κάτω από τη γραμμή φτώχειας τα άτομα με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης.

Εξάλλου, στην έρευνα της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας σε ό,τι αφορά στον κίνδυνο φτώχειας, σημειώνεται ότι:

- Ο κίνδυνος φτώχειας για παιδιά 0-17 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται σε 23%.
- Ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών υπολογίζεται σε ποσοστό 23%, ενώ για άτομα ηλικίας 18 έως 24 ετών σε ποσοστό 24%.
- Τα νοικοκυριά που διαμένουν σε ιδιόκτητη κατοικία απειλούνται από φτώχεια κατά 20%, ενώ αυτά που διαμένουν σε ενοικιασμένη κατοικία κατά 23%. Ο σχετικός κίνδυνος φτώχειας ηλικιωμένων 75 ετών και άνω, κατά ιδιοκτησιακό καθεστώς, ανέρχεται για μεν τους ιδιοκτήτες σε 33%, για δε τους ενοικιαστές σε 13%.
- Ο κίνδυνος φτώχειας των νοικοκυριών με εξαρτώμενα παιδιά και χωρίς εργαζόμενα μέλη ανέρχεται σε 47% του συνόλου των νοικοκυριών αυτής της κατηγορίας, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης για νοικοκυριά χωρίς παιδιά και χωρίς εργαζόμενα μέλη ανέρχεται σε 25%.
- Ο κίνδυνος φτώχειας των νοικοκυριών με ένα γονέα και, τουλάχιστον, ένα εξαρτώμενο παιδί ανέρχεται σε 34,0% των νοικοκυριών αυτής της κατηγορίας, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης για τα νοικοκυριά με δύο γονείς και ένα εξαρτώμενο παιδί ανέρχεται σε 20%.
- Τα μέλη των νοικοκυριών, που διαμένουν σε αραιοκατοικημένες περιοχές, απειλούνται από τη φτώχεια περισσότερο από αυτά που διαμένουν σε πυκνοκατοικημένες και ενδιάμεσης πυκνότητας περιοχές. Τα ποσοστά κινδύνου φτώχειας ανά βαθμό πυκνότητας πληθυσμού είναι 28%, 9% και 63%, αντίστοιχα, για τις πυκνοκατοικημένες, ενδιάμεσης πυκνότητας και αραιοκατοικημένες περιοχές.

Οι «ρυθμίσεις» οδηγούν μακροχρόνια σε μεγαλύτερη φοροδιαφυγή

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιώργος Προβόπουλος εκτιμά ότι η φοροδιαφυγή φτάνει σε υψηλά επίπεδα στην Ελλάδα, και σύμφωνα με μελέτες ανεξάρτητων οίκων υπολογίζεται σε τουλάχιστον 20% των φορολογικών εσόδων περίπου δηλαδή 12 δισ. ευρώ.

Το παραγόμενο εισόδημα που δεν δηλώνεται ανέρχεται σε υπερτριπλάσιο τουλάχιστον ύψος περί τα 40 δισ. ευρώ, το οποίο παράγεται, επηρεάζει την οικονομία, πληθωρισμό, τιμές, ζήτηση κ.λπ. αλλά δεν φορολογείται.

Ο κ. Προβόπουλος προτείνει όπως η προσπάθεια πάταξης της φοροδιαφυγής θα πρέπει να ξεκινήσει από τη βελτίωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού και την αύξηση των φορολογικών ελέγχων.

Θα πρέπει με κάθε τρόπο να αυξηθεί η πιθανότητα εντοπισμού της φοροδιαφυγής και επιβολής της σχετικής ποινής. Κανένα άλλο μέτρο δεν μπορεί να υποκαταστήσει έναν αποτελεσματικό φοροεισπρακτικό μηχανισμό, τονίζει η Τ.τ.Ε.

Στα μέτρα για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής θα πρέπει να περιλαμβάνεται και η κατάργηση των «ρυθμίσεων» για την περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους για τους ασυνεπείς φορολογούμενους.

- Η συνεχής προσφυγή σε «ρυθμίσεις» οδηγεί μακροχρόνια σε μεγαλύτερη φοροδιαφυγή, καθώς οι ασυνεπείς φορολογούμενοι ενσωματώνουν στις προσδοκίες τους την πρακτική αυτή και δεν εκπληρώνουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις, εις βάρος των συνεπών φορολογουμένων, αναφέρει η Τράπεζα της Ελλάδος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου