ποιος ακούει ότι η μια μόνη καμπάνα δεν ακούει παρά έναν ήχο

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009

Η Οδύσσεια ενός αιχμαλώτου

«Γιάννη, είμαι ο Σαμή, ο γείτονάς σου. Θα σου βάλω το ρολόι στην τζέπη σου για να μην φαίνεται, γιατί θα σου το πάρουν», βάζοντάς μου και ένα τσιγάρο Craven A στο στόμα

«Οταν κατεβήκαμε όλοι κάτω από τα αυτοκίνητα, με δεμένα και πάλι τα μάτια, μάς έβαλαν σε γραμμές κάτω από τον καυτό ήλιο του Ιουλίου. Καθώς ήμουν στη γραμμή, χωρίς να ξέρω τι γινόταν γύρω μας, ένιωσα κάποιο να ψηλαφά το χέρι μου για να μου πάρει το ρολόι μου. Γύρισα αμέσως στον διπλανό μου και του είπα: “Eπήραν μου τα λεφτά, τώρα αν μου πάρουν το ρολόι ποιο είναι το πρόβλημα;”. Πριν προλάβω να τελειώσω τη φράση μου άκουσα κάποιο να μου λέει στο αφτί μου: “Γιάννη, είμαι ο Σαμή, ο γείτονάς σου. Θα σου βάλω το ρολόι στην τζέπη σου για να μην φαίνεται, γιατί θα σου το πάρουν», βάζοντάς μου και ένα τσιγάρο Craven A στο στόμα. Και συνέχισε να μου μιλά στα ελληνικά: “Δεν μπορώ να σου πω τίποτε άλλο γιατί γύρω μας έχει γιουρούκκηδες”». Το πιο πάνω απόσπασμα αποτελεί μέρος από τη συγκλονιστική αφήγηση του Γιάννη Ζαμπά, ο οποίος συνελήφθη από τα τουρκικά στρατεύματα στο Πέλλαπαϊς, λίγες μόνο μέρες πριν την τέλεση του γάμου του, με την εκλεκτή της καρδιάς του Ελλη, που θα γινόταν στις 28 Ιουλίου 1974. Στην αφήγησή του ο Γιάννης αναφέρεται στη σύλληψή του από τους Τούρκους στρατιώτες, τη φυλάκισή του σε μαντρί, μαζί με άλλους Ελληνοκύπριους, τη μεταφορά του στο Γκαράζ Παυλίδη, στα κελιά του Αστυνομικού Σταθμού Σεραγίου και τις αποθήκες της ΚΕΟ μέχρι την ημέρα της απελευθέρωσής του. Αφήγηση συγκλονιστική, που μεταφέρει το δράμα, τα βάσανα και την αγωνία του Ελληνοκύπριου αιχμαλώτου, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει τη λεβεντιά και την ανθρωπιά κάποιων Τουρκοκυπρίων, που μέσα στη βράση του πολέμου, δεν άφησαν το μίσος και την οργή να τους κυριέψει! Προετοιμασίες για το γάμο Ο Γιάννης Ζαμπάς, στις 20 Ιουλίου 1974, την ημέρα που η Τουρκία εισέβαλλε στην Κύπρο και τα τουρκικά πολεμικά πλοία αποβίβαζαν στρατιώτες και οπλισμό στο Πέντε Μίλι της Κερύνειας, βρισκόταν στο χωριό του τον Αγιο Γεώργιο, λίγα μόνο χιλιόμετρα μακριά από την πόλη του Κηφέα. Εκείνες τις ώρες έκαμνε, μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, τις προετοιμασίες για το γάμο του που θα γινόταν σε λίγες μέρες, δηλαδή την Κυριακή 28 Ιουλίου 1974. Η είδηση της τουρκικής εισβολής τούς πάγωσε και τους έκαμε να παρατήσουν τα πάντα στη μέση. Ως έφεδρος στρατιώτης ο Γιάννης έπρεπε να παρουσιασθεί στον 46ο λόχο διαβιβάσεων. Δεν παρουσιάσθηκε, όμως, γιατί το σημείο της εισβολής και αποβίβασης των τουρκικών στρατευμάτων από τον Αγιο Γεώργιο ήταν μόνο λίγα χιλιόμετρα και δεν ήθελε να το διακινδυνέψει. Τα τουρκικά στρατεύματα μόλις κατόρθωσαν να αποβιβασθούν στις ακτές της Κερύνειας άρχισαν να προελαύνουν προς την πόλη, αλλά και τον Αγιο Γεώργιο, το χωριό του. Γύρω στις 10 το πρωί, και μετά από αυτή την τραγική εξέλιξη, ο Γιάννης Ζαμπάς, αποφασίζει, μαζί με άλλους, να εγκαταλείψουν το χωριό τους. Σε ένα μικρό αυτοκίνητο της εταιρείας «Hull Αραούζος», που εργαζόταν, έβαλε μέσα 14 άτομα και τράβησε για το Πέλλαπαϊς, πιστεύοντας πως ήταν πιο ασφαλές μέρος. Εκεί υπήρχε μαζεμένος αρκετός ταλαιπωρημένος κόσμος από Ελληνοκύπριους, τουρίστες, αλλά και ΟΗΕδες. Τα κρέατα παρέμεναν... στα ψυγεία Την επόμενη μέρα, δηλαδή την Κυριακή 21 Ιουλίου 1974, ο Γιάννης αποφάσισε να γυρίσει πίσω στο χωριό του. Ηθελε να πάει εκεί για να πάρει τα εκατοντάδες κιλά κρέας που είχε στα ψυγεία, στο κρεοπωλείο του πεθερού, και τα οποία προορίζονταν για το γάμο του, για να τα φέρει στο Πέλλαπαϊς, να τα φάει ο κόσμος που πεινούσε. «Επρεπε να το ρισκάρω», αφηγείται στη «Χαραυγή». «Πήρα ένα Λαντ Ρόβερ της Πολιτικής Αμυνας και τράβηξα για τον Αγιο Γεώργιο. Εκεί συνάντησα τα “απομεινάρια”, δηλαδή τους εναπομείναντες ζωντανούς στρατιώτες της 33ης Μοίρας Καταδρομών που την είχαν αποδεκατίσει τα τουρκικά βομβαρδιστικά και τα στρατεύματα που προέλασαν προς τον Πενταδάκτυλο. Μπαίνοντας στο χωριό συνάντησα κάποιον αξιωματικό δικό μας, ο οποίος μόλις με είδε άρχισε να μου φωνάζει: “Πού πηγαίνεις, οι Τούρκοι είναι ήδη μέσα στο χωριό”. Εγώ, είτε γιατί δεν καταλάβαινα τον κίνδυνο που διέτρεχα είτε λόγω αυθορμητισμού, το ρίσκαρα και πάλι. Πήγα στο κρεοπωλείο του πεθερού μου, άνοιξα την πόρτα και πήρα τα κρέατα, αλλά και τα χαλούμια, τα οποία φόρτωσα στο αυτοκίνητο για να τα μεταφέρω στο Πέλλαπαϊς για να τα φάει ο κόσμος που πεινούσε. Χρειαζόμαστο όμως και ψωμιά. Ετσι, πέρασα από το Γυμνάσιο Κερύνειας, γιατί εκεί κοντά στεγαζόταν η Πολιτική Αμυνα για να ζητήσω ψωμιά. Υπεύθυνος της Πολιτικής Αμυνας ήταν ο Κάιζερ, αδελφός του γνωστού δικηγόρου. Πράγματι, αφού πήρα και τα ψωμιά, τράβησα για το Πέλλαπαϊς όπου άρχισα το διαμοιρασμό των τροφίμων για να μπορέσει ο κόσμος που μαζεύτηκε εκεί να αντέξει για λίγες μέρες». Μετά παρέλευση ολίγων ημερών, όπως θυμάται ο Γιάννης, τα τουρκικά στρατεύματα εισέβαλαν και στο Πέλλαπαϊς. Μάζεψαν όλους τους άνδρες, ακόμη και μικρά παιδιά 12 ή 14 χρόνων, και τους έβαλαν στο προαύλιο του Αβαείου. Τα γυναικόπαιδα τα μετέφεραν στην πλατεία του χωριού, κοντά στο οικογενειακό κέντρο το «Τεμπελόδεντρο». Στο χωρίο, για καλή τους τύχη, υπήρχαν και τέσσερα άτομα των Ηνωμένων Εθνών. Οι Ελληνοκύπριοι φρόντισαν και εφοδίασαν αυτά τα άτομα με ένα κατάλογο με τα ονόματα όλων όσων βρίσκονταν εκείνες τις μέρες στο Πέλλαπαϊς. Δυστυχώς όμως, τις επόμενες μέρες, τα τουρκικά στρατεύματα, εξανάγκασαν σε φυγή αυτούς τους τέσσερις ΟΗΕδες και πιστεύεται ότι πήραν μαζί τους και τον κατάλογο με τα ονόματα των Ελληνοκύπριων αιχμαλώτων, γεγονός που ίσως συνέβαλε ανασταλτικά στα άνομα σχέδια των Τούρκων. «Μας οδηγούσαν στα αυτοκίνητα με δεμένα μάτια» «Οι άρενες στο Πέλλαπαϊς είμαστο 263 άτομα», λέει ο Γιάννης Ζαμπάς, «και σε κάποια στιγμή άρχισαν να μας φορτώνουν σε φορτηγά και λεωφορεία. Μας έδεναν τα μάτια και μας οδηγούσαν στα αυτοκίνητα. Εγώ μπήκα πρώτος στο λεωφορείο και κάθισα στα τελευταία καθίσματα. Μπορούσα όμως, έστω και με δεμένα μάτια, να βλέπω κάποια πράγματα. Πήραμε το δρόμο της Lady, που καταλήγει στο δρόμο Κερύνειας-Λευκωσίας και από εκεί μας οδήγησαν στο Μπογάζι της Κερύνειας, που απέχει περίπου 6 χιλιόμετρα από το Πέλλαπαϊς. Κατεβαίνοντας από το αυτοκίνητο, για ισορροπία, κρατούσα από το χέρι κάποιον Λεωνίδα Πολυβίου, από τον Αγιο Γεώργιο Κερύνειας. Την ώρα που ετοιμαζόμουν να κατεβώ από το σκαλί του αυτοκινήτου, ένιωσα κάτι στο πλευρό μου, ακούγοντας ταυτόχρονα μία φωνή να μου λέει “τα λεφτά σου” και αμέσως άρπαξε το πορτοφόλι μου. Πρέπει να ήταν ο οδηγός του λεωφορείου. Το πορτοφόλι μου, όμως, που το είχα στην κωλότζεπί μου, του κίνησε την προσοχή, γιατί ήταν φουσκωμένο. Μέσα όμως είχα 35 λαχεία και ελάχιστα χρήματα! Οταν κατεβήκαμε όλοι κάτω από τα αυτοκίνητα, με δεμένα και πάλι τα μάτια, μάς έβαλαν σε γραμμές κάτω από τον καυτό ήλιο του Ιουλίου. Καθώς ήμουν στη γραμμή, χωρίς να ξέρω τι γινόταν γύρω μας, ένιωσα κάποιο να ψηλαφά το χέρι μου για να μου πάρει το ρολόι μου. Γύρισα αμέσως στον διπλανό μου και του είπα: “Επήραν μου τα λεφτά, τώρα αν μου πάρουν το ρολόι ποιο είναι το πρόβλημα;”. Πριν προλάβω να τελειώσω τη φράση μου άκουσα κάποιο να μου λέει στο αφτί μου: “Γιάννη, είμαι ο Σαμή ο γείτονάς σου. Θα σου βάλω το ρολόι στην τζέπη σου για να μην φαίνεται γιατί θα σου το πάρουν”, και μου έβαλε και ένα τσιγάρο Craven A στο στόμα. Και συνέχισε να μου μιλά στα ελληνικά: “Δεν μπορώ να σου πω τίποτε άλλο γιατί γύρω μας έχει γιουρούκκηδες”». Ενα κομμάτι ψωμί και 6 ελιές Στη συνέχεια, τα τουρκικά στρατεύματα μετέφεραν τους 263 Ελληνοκύπριους αιχμάλωτους σε ένα μαντρί και τους αφαίρεσαν τα ρούχα από τα μάτια για να βλέπουν. Το μαντρί ήταν στεγασμένο με τσίγκους και περιφραγμένο με τέλι. Εξω υπήρχε βρύση με νερό. Τα 263 άτομα μόλις και χωρούσαν όρθιοι μέσα στο μαντρί. Για τις φυσικές τους ανάγκες, οι Τούρκοι στρατιώτες υποχρέωσαν τους δύο παπάδες που ήταν αιχμάλωτοι να σκάψουν λάκκο. Καθώς έσκαβαν οι παπάδες, ένας αιχμάλωτος με το επίθετο «αλήτης», γύρισε προς τους Τούρκους και τους είπε ότι δεν είναι σωστό αυτό που έκαναν, υποχρεώνοντας τους παπάδες να σκάψουν αυτοί το λάκκο, ζητώντας να σκάψει αυτός το λάκκο, γεγονός για το οποίο έδωσαν τη συγκατάθεσή τους οι Τούρκοι στρατιώτες. Στις 6 το απόγευμα, όπως λέει ο Γιάννης Ζαμπάς, τούς έδωσαν για φαγητό ένα μικρό κομμάτι ψωμί και 6-7 ελληνικές ελιές του Βόλου. Το πρωί τους επανέλαβαν το ίδιο φαγητό και ήπιαν άφθονο νερό από τη βρύση που υπήρχε στο μαντρί. «Μαζί μου στο μαντρί, αιχμάλωτος», λέει ο Γιάννης, «ήταν και ο πεθερός μου, ο οποίος μιλούσε αρκετά καλά τα τουρκικά, αλλά και αραβικά και αγγλικά. Ενώ όλοι οι Τούρκοι φρουροί έτρωγαν το ίδιο φαγητό με εμάς τους αιχμαλώτους, σε κάποια στιγμή ο πεθερός μου είδε κάποιους Τούρκους στρατιώτες να κόβουν καρπούζι για να φάνε. Τότε γύρισε προς το μέρος τους και τους είπε στα τουρκικά: “Δεν είναι άδικο και κρίμα να τρώτε εσείς καρπούζι και αυτά τα ανήλικα παιδιά, 12-14 χρόνων, να μην έχουν να φάνε τίποτε;”. Αμέσως οι Τούρκοι στρατιώτες μοίρασαν το καρπούζι σε φέτες και έδωσαν και στα μικρά παιδιά που ήταν μαζί μας στο μαντρί». Τζαφέρ: Δηλώστε ό,τι θέλετε... Την τέταρτη μέρα, όπως θυμάται ο Γιάννης, πήγε στο μαντρί ο Τζαφέρ, ο γνωστός δημοσιογράφος του Μπαϊράκ. Ηθελε να πάρει δηλώσεις από τους αιχμαλώτους. «Με μετέφεραν», λέει, «εμένα και τον Γεώργιο Κάιζερ σε ένα υπόστεγο, στα πλάγια της μάντρας. Απευθυνόμενος σε εμάς ο Τζαφέρ μάς είπε να κάνουμε όποια δήλωση θέλουμε, χωρίς να φοβηθούμε κανένα, αλλά ζήτησε πρώτα από τον Κάιζερ να του απαντήσει τι πιστεύει σε σχέση με τη λύση του κυπριακού προβλήματος. Ο Κάιζερ, θυμάμαι, του απάντησε ξερά-κοφτά πως “πιστεύει στην ένωση με τη μητέρα Ελλάδα και τίποτε άλλο”. Γυρίζοντας προς εμένα μού ζήτησε να του πω πώς μας φέρθηκαν τα τουρκικά στρατεύματα. Του απάντησα και εγώ ξερά-κοφτά πως «μας φέρθηκαν...σχεδόν...καλά...κύριε Τζαφέρ», χρησιμοποιώντας παύσεις στην ομιλία μου, ούτως ώστε, σε περίπτωση που με άκουγαν οι δικοί μου να καταλάβουν πως εννοούσα τα αντίθετα. Ο Τζαφέρ μάς καθησύχασε, λέγοντάς μας ότι θα πάνε σύντομα πίσω στο Πέλλαπαϊς. Μάλιστα, μας παρακάλεσε να το μεταφέρουμε και στους άλλους αιχμαλώτους. Επιστρέψαμε πίσω στο μαντρί και πράγματι, σε λίγες ώρες, ήλθαν τα ίδια αυτοκίνητα και μας μετέφεραν πίσω στο Αβαείο του Πέλλαπαϊς, χωρίς όμως να μας δέσουν τα μάτια αυτή τη φορά. Εκεί, κάποιος Τούρκος αξιωματικός μάς καλωσόρισε και μας είπε ότι “για σας ο πόλεμος έχει τελειώσει. Μπορείτε να πιστεύετε ό,τι θέλετε αλλά, αν έχετε όπλα κάπου κρυμμένα, σας παρακαλώ να τα παραδώσετε”». Οι αιχμάλωτοι, όπως είπε ο Γιάννης Ζαμπάς, πίστεψαν τα λόγια του Τούρκου υψηλόβαθμού αξιωματικού και έμειναν με την ελπίδα ότι δεν θα τους συνέβαινε τίποτε απ’ εδώ και στο εξής. Μάλιστα, τις επόμενες μέρες, σχημάτισαν μία αντιπροσωπεία από πέντε άτομα και μαζί με Τούρκους αξιωματικούς πήγαν στην Κερύνεια και στον Αγιο Γεώργιο για να επιθεωρήσουν τα σπίτια τους, σε περίπτωση που ήταν κατοικήσιμα να τους μεταφέρουν πίσω. «Δυστυχώς», λέει με πίκρα ο Γιάννης, «κάποιοι δικοί μας, από την αντιπροσωπεία, αποφάνθηκαν ότι ήταν λεηλατημένα και ότι δεν μπορούσαν να κατοικηθούν τα σπίτια μας, γι’ αυτό και δεν μας άφησαν να επιστρέψουμε πίσω». Η δήλωση Κληρίδη ανατρέπει τα πάντα Οι αιχμάλωτοι παρέμειναν εγκλωβισμένοι στο Πέλλαπαϊς για άλλες 20 περίπου μέρες, σε σπίτια που επέλεξαν οι ίδιοι για να ζήσουν. «Σε κάποια στιγμή», λέει ο Γιάννης, «άκουσα πως ο Κληρίδης έκαμε δήλωση για μας τους εγκλωβισμένους στο Πέλλαπαϊς, αφήνοντας να εννοηθεί πως υπάρχει κίνδυνος να εξεγερθούμε, σε περίπτωση που δεν μας αφήσουν να φύγουμε. Τότε, γυρίζοντας προς την αρραβωνιαστικιά μου, την Ελλη, της είπα κατά λέξη: “Αν πράγματι ο Κληρίδης έκαμε αυτή τη δήλωση, τότε αύριο ή μεθαύριο θα μας μαζέψουν”. Δυστυχώς, δεν διαψεύστηκα. Σε λίγες μέρες εισέβαλαν τα μέχμετσικ στο Πέλλαπαϊς. Μας μάζεψαν και πάλι, χωρίζοντας τους άνδρες από τις γυναίκες. Ανέβασαν στα αυτοκίνητα 80 περίπου άτομα, χωρίς να υπάρχουν τώρα μικρά παιδιά και μας μετέφεραν για ανάκριση, όπως μας είπαν, στο Γκαράζ του Παυλίδη, στη Λευκωσία, που χρησιμοποιείτο σαν τουρκοκυπριακό σχολείο. Εδώ υπήρχαν και άλλοι κρατούμενοι. Ενας-ένας αιχμάλωτος έλεγε το όνομά του, περνώντας μπροστά από έναν αξιωματικό της λεγόμενης Αστυνομίας τους. Με έκπληξη διαπιστώναμε πως έλεγχε αν είναι σωστά τα στοιχεία μας από ένα κατάλογο που είχε στα χέρια του. Ηταν, όπως μάθαμε, ένας από τους κατάλογους που ετοίμασαν οι δικές μας υπηρεσίες και τους βρήκαν έτοιμους οι Τούρκοι, στα εγκατελειμμένα κτίρια». Στο Γκαράζ Παυλίδη, ο Γιάννης Ζαμπάς έμεινε περίπου ένα μήνα. Σε κάποια φάση όμως, για να αδειάσει το Γκαράζ, οι Τούρκοι άρχισαν να μεταφέρουν αιχμαλώτους στην Τουρκία. Ο Γιάννης, μόλις το έμαθε, για να αποφύγει τη σύλληψη, μετακινείτο και κοιμόταν κάθε βράδυ και σε ένα δωμάτιο. Ετσι, με αυτή την τακτική, κατόρθωσε να αποφύγει τη μεταφορά του στην Τουρκία. Τα πράγματα όμως εξακολουθούσαν να είναι απρόβλεπτα και αρκετά επικίνδυνα, όπως τη μέρα που άκουσε τον Τούρκο φρουρό, ο οποίος έγινε και φίλος του, να του φωνάζει από ψηλά να κρυφτεί αμέσως στο δωμάτιό του και να μην κινείται έξω. Και όταν μετά από ώρες μπόρεσε να τον ρωτήσει σιγανά τι συμβαίνει, αυτός του απάντησε: «Για προστασία σου, γιατί ένας Ελληνοκύπριος ταξιτζής σκότωσε 7 Tουρκάλες και υπάρχει κίνδυνος να δεχθείς εσύ τα αντίποινα ή οι άλλοι κρατούμενοι εδώ στο Γκαράζ». Ο Μάτσας... φοιτητής της Ιατρικής Τον Σεπτέμβριο, επειδή το Γκαράζ λειτουργούσε σαν σχολείο και θα άνοιγε σε λίγες μέρες, μετέφεραν τους αιχμαλώτους προς τα βόρεια, στις αποθήκες της ΚΕΟ. Εκεί υπήρχαν σχεδόν όλοι οι αιχμάλωτοι από την Καρπασία. Ο Γιάννης γνω&am

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου