Η μη δήλωση εισοδημάτων στρεβλώνει προς τα κάτω τις μετρήσεις της ανισότητας και της φτώχειας, κάτι που υποδεικνύει ότι οι πολιτικές ισονομίας και καταπολέμησης της φτώχειας θα πρέπει να γίνουν πιο γενναιόδωρες, αλλά και επίσης πιο στοχευμένες, ώστε να αποφευχθεί ο λανθασμένος καθορισμός δικαιούχων σε κοινωνικές παροχέςΓΡΑΦΕΙ
ΝΑΤΑΣΑ ΡΩΣΤΑΝΤΗ
Η φοροδιαφυγή, δηλαδή η μη δήλωση μέρους των εισοδημάτων στην Κύπρο, επηρεάζει και δυσχεραίνει τη μέτρηση, αλλά και την αντιμετώπιση της ανισότητας και της φτώχειας. Αυτό είναι το συμπέρασμα μελέτης των δρ. Πάνου Πασιαρδή και Αλέξανδρου Πολυκάρπου, του Πανεπιστημίου Κύπρου, με τίτλο "Φοροδιαφυγή, ανισότητα και φτώχεια".
Οι εκτιμήσεις του μεγέθους της παραοικονομίας στην Κύπρο, από την οποία πηγάζει η φοροδιαφυγή, φανερώνει ότι το αδήλωτο εισόδημα στην Κύπρο δεν είναι κατά μέσο όρο ψηλότερο από αυτό που υπολογίζεται για τις άλλες χώρες. Οι αρθρογράφοι τονίζουν ακόμη ότι δεν έχει σημασία μόνο το μέγεθος της φοροδιαφυγής, αλλά και οι πηγές καθώς και η κατανομή της. Για παράδειγμα, η φοροδιαφυγή μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ψηλότερη ανισότητα εισοδήματος μεταξύ των ατόμων με ψηλά εισοδήματα.
1 στα 13 ευρώ αδήλωτα
Όπως υπολόγισαν τα δύο στελέχη του Πανεπιστημίου Κύπρου, το μέγεθος της Μαύρης Οικονομίας (αδήλωτη) στην Κύπρο κυμαίνεται μεταξύ του 7-8% του ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει ότι περίπου ένα στα 13 με 14 ευρώ, που κερδίζουν οι Κύπριοι, δεν δηλώνεται στον φόρο εισοδήματος. Η ύπαρξη αδήλωτων εισοδημάτων ουσιαστικά μειώνει και τα κριτήρια βάσει των οποίων καθορίζονται οι φτωχοί σε μια χώρα. Για παράδειγμα, στο χαμηλότερο δεκατημόριο, βάσει των δηλωμένων εισοδημάτων, το ενδιάμεσο ετήσιο εισόδημα καθορίζεται στα 4.483 ευρώ. Βάσει των αναπροσαρμοσμένων εισοδημάτων που υπολογίστηκαν κατά την έρευνα, το ποσό αυτό αυξάνεται στα 4.569 ευρώ. Αν για παράδειγμα πολιτική του κράτους είναι να καθορίζει ως φτωχό, ένα άτομο με εισόδημα ίσο με το ενδιάμεσο εισόδημα του χαμηλότερου δεκατημόριου και στοχεύει στην εξάλειψη της φτώχειας συμπληρώνοντας αυτό το εισόδημα με επιδόματα, τότε δεν θα το επιτύχει 100%. Πρώτον, διότι το συμπλήρωμα δεν θα είναι αρκετό και δεύτερο, διότι τα άτομα που κερδίζουν μεταξύ των δυο πιο πάνω ποσών δεν θα θεωρηθούν ως φτωχά και δεν θα ενισχυθούν. Φυσικά, σε αυτές τις περιπτώσεις αναφερόμαστε σε άτομα που δηλώνουν το 100% των εισοδημάτων τους. Οι Πασιαρδής και Πολυκάρπου καταλήγουν στο γενικότερο συμπέρασμα ότι "η μη δήλωση εισοδημάτων στρεβλώνει προς τα κάτω τις μετρήσεις της ανισότητας και της φτώχειας, κάτι που υποδεικνύει ότι οι πολιτικές ισονομίας και καταπολέμησης της φτώχειας θα πρέπει να γίνουν πιο γενναιόδωρες, αλλά και επίσης πιο στοχευμένες, ώστε να αποφευχθεί ο λανθασμένος καθορισμός δικαιούχων σε κοινωνικές παροχές".
Μαύρο πρόβατο η Γεωργία
Το μέγεθος της παραοικονομίας στην Κύπρο, όπως και στις περισσότερες χώρες, διαφέρει ανάλογα με τη μέθοδο και τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για την εκτίμησή της. Σύμφωνα με αποτελέσματα της μελέτης των Δρ. Πασιαρδή και Α. Πολυκάρπου, τα νοικοκυριά δηλώνουν μειωμένο εισόδημα από αυτοεργοδότηση, σε σχέση με αυτό που θα έπρεπε, κατά 44,8% καθώς και λιγότερο κεφαλαιουχικό εισόδημα κεφαλαίου, κατά 40,3%. Η ανάλυση δείχνει ότι τα ψηλότερα ποσοστά φοροδιαφυγής (59,9%), παρατηρούνται στον τομέα της γεωργίας. Επιπρόσθετα, τα αποτελέσματα της μελέτης υποδηλώνουν ότι ένα ποσοστό μεταξύ του 27,4% και 34,7% των φορολογικών εσόδων από τα νοικοκυριά χάνεται, λόγω της δήλωσης λιγότερου εισοδήματος από το πραγματικό, υποδηλώνοντας ότι το μέγεθος μαύρης οικονομίας κυμαίνεται μεταξύ του 6,7% και 8,1% του ΑΕΠ. Εντούτοις, τα ποσοστά αυτά πιθανόν να υποεκτιμούν το πραγματικό μέγεθος των εσόδων από τον φόρο εισοδήματος που θα έπρεπε να διοχετεύονται στην κυβέρνηση, λόγω διαφοράς στο μέσο εισόδημα που χρησιμοποιείται στην εμπειρική ανάλυση με αυτό που καταγράφουν οι στατιστικές φορολογικών εσόδων.
Διαφορετικές εκτιμήσεις
Το μέγεθος της μαύρης οικονομίας μπορεί να εκτιμηθεί χρησιμοποιώντας διάφορες μεθόδους εκτίμησης, οι οποίες όμως, δίνουν διαφορετικά εμπειρικά αποτελέσματα. Συγκεκριμένα, η μακροοικονομική μέθοδος εκτίμησης, που βασίζεται στις φυσικές εισροές, η λεγόμενη "physical input method", δίνει μια εκτίμηση της τάξης του 21% για την παραοικονομία στην Κύπρο, το τρίτο ψηλότερο ποσοστό μεταξύ άλλων χωρών όπως η Αυστρία, Βέλγιο, Καναδάς, Δανία, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ιταλία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Σουηδία και Ηνωμένο Βασίλειο. Αντίθετα, με την λεγόμενη "currency demand method", η παραοικονομία εκτιμάται σε ένα ποσοστό της τάξης του μόλις 6,5%, κατατάσσοντας την Κύπρο στην προτελευταία θέση με το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό παραοικονομίας. Τα ποσοστά παραοικονομίας των ξένων χωρών παρουσιάζουν επίσης μεγάλες διαφορές ανάλογα με τη μέθοδο εκτίμησης που χρησιμοποιείται.
Πιθανές εξηγήσεις
Μια εξήγηση της λήψης διαφορετικών αποτελεσμάτων από τη χρήση εναλλακτικών μεθόδων εκτίμησης της παραοικονομίας, είναι τα πιθανά λάθη που μπορεί να υπάρχουν στο δείγμα στοιχείων που χρησιμοποιείται και τα οποία μπορεί να είναι στατιστικά σημαντικά. Μια άλλη εναλλακτική εξήγηση που μπορεί να εξηγήσει τις διαφορές των αποτελεσμάτων, μπορεί να είναι το γεγονός ότι οι εναλλακτικές μέθοδοι εκτίμησης που χρησιμοποιούνται, ίσως να μην μετρούν το ίδιο ακριβώς πράγμα. Συγκεκριμένα, οι μικροοικονομικές μέθοδοι εκτίμησης επικεντρώνονται στην φοροδιαφυγή (μέρος της παραοικονομίας), ενώ οι μακροοικονομικές προσεγγίσεις επικεντρώνονται στο μέγεθος της παραοικονομίας στο σύνολό της.
ΝΑΤΑΣΑ ΡΩΣΤΑΝΤΗ



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου