Γεωργία
Ενα πρόβλημα σαφώς οξύτερο για τις αγροτικές περιοχές της χώρας, αφού το 86% του νερού καταναλώνεται στην Ελλάδα για τη γεωργία. Η Θεσσαλία αποτελεί, όπως φαίνεται, μία από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις υπερεκμετάλλευσης των υδροφορέων, με δεκάδες χιλιάδες γεωτρήσεις που προκαλούν καθιζήσεις στο έδαφος, που αλλοιώνουν ανεπιστρεπτί την ποιότητα του νερού και κάνουν τον καθηγητή στο τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Νικήτα Μυλόπουλο, ο οποίος εκπόνησε σχετική μελέτη για την περιοχή, να μιλά για οικολογική καταστροφή με κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις...
ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΕΡΗΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ
Αλόγιστη εκμετάλλευση των υδροφορέων - Λύση η αναδιάρθρωση των καλλιεργειών
Διαστάσεις σοβαρής οικολογικής καταστροφής με ανυπολόγιστες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες έχει πλέον λάβει το υδατικό πρόβλημα στη Θεσσαλία, σύμφωνα με τον επίκουρο καθηγητή κ. Νικήτα Μυλόπουλο.
Οπως επισημαίνει ο ίδιος, ο κίνδυνος της ερημοποίησης είναι πλέον ορατός για την περιοχή, καθώς από μελέτη που πραγματοποίησε με συνεργάτες του στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας προκύπτει μονίμως ελλειμματικό υδατικό ισοζύγιο και υπερεκμετάλλευση των υδροφορέων της Θεσσαλίας.
Ως βασική, πλέον, λύση στο σοβαρό πρόβλημα της λειψυδρίας ο κ. Μυλόπουλος προτάσσει την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών στην περιοχή και την αντικατάσταση των υπαρχόντων με άλλες, λιγότερο υδροβόρες. «Αυτή τη στιγμή η Θεσσαλία έχει γίνει ο μεγαλύτερος βαμβακοπαραγωγός στην Ευρώπη, και αυτό όχι επειδή οι μεγάλες ποσότητες βαμβακιού εξάγονται ή καταναλώνονται, αλλά επειδή η Ευρωπαϊκή Ενωση δίνει επιδοτήσεις για την καλλιέργεια βαμβακιού», λέει. «Αποτέλεσμα: το βαμβάκι σαπίζει στις αποθήκες, ενώ στο μεταξύ έχουν σπαταληθεί τεράστιες ποσότητες νερού και έχει προκληθεί ζημιά στο έδαφος λόγω της εντατικής χρήσης φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων που απαιτεί το βαμβάκι. Παράλληλα, οι ξερικές καλλιέργειες, όπως τα σιτηρά που παραδοσιακά καλλιεργούνταν εκεί ως πιο κατάλληλα για τη Θεσσαλία έχουν σχεδόν εγκαταλειφθεί».
Κρίσιμο βήμα, σύμφωνα με τον κ. Μυλόπουλο είναι να ακολουθηθεί ο βασικός νόμος της βιώσιμης ανάπτυξης που προβλέπει καλλιέργειες ανάλογες με τη φέρουσα ικανότητα του οικοσυστήματος αλλά και η διαφοροποίηση στις μεθόδους άρδευσης. Υστερα από την έρευνα που πραγματοποίησε ο ίδιος διαπιστώθηκε ότι οι περισσότερες καλλιέργειες αρδεύονται με καταιονισμό, ο οποίος βασίζεται στον ψεκασμό των καλλιεργειών. «Στη μέθοδο αυτή ανήκουν και τα κανόνια, με τα οποία ποτίζεται το 70% των καλλιεργειών βαμβακιού, και τα οποία ευθύνονται για τη μεγάλη σπατάλη νερού. Παράλληλα, έχει αποδειχθεί ότι άλλες μέθοδοι, όπως η στάγδην άρδευση με σταλακτήρες ή διάτρητους περιστρεφόμενους σωλήνες εξασφαλίζει εξοικονόμηση νερού μέχρι και 50% σε σχέση με τις άλλες μεθόδους άρδευσης», επισημαίνει ο καθηγητής.
Οπως αναφέρει ο ίδιος, το ζήτημα της άρδευσης εξελίσσεται σε θέμα κομβικής σημασίας για τη λειψυδρία, αφού στη χώρα μας τουλάχιστον το 40% της συνολικής αρδευόμενης έκτασης -που αρδεύεται από τα συλλογικά εγγειοβελτιωτικά έργα αρμοδιότητας του υπουργείου Γεωργίας- αρδεύεται στην πλειοψηφία του με συστήματα καταιονισμού και μόνο ένα 10% αυτού ποτίζεται με στάγδην άρδευση και λοιπά συστήματα μικροαρδεύσεων.
Επιπλέον μέτρο που θα βοηθούσε στην εξοικονόμηση υδάτων στην περιοχή της Θεσσαλίας και στις υπόλοιπες αγροτικές περιοχές της χώρας, είναι σύμφωνα με τον κ. Μυλόπουλο, η χρήση ανακυκλωμένων αστικών λυμάτων για άρδευση αλλά και η εφαρμογή συστήματος που εφαρμόζεται στην Αυστρία και μετρά την υγρασία στις καλλιέργειες, ώστε να ποτίζονται μόνο όταν χρειάζεται.
«Επιπλέον, σημαντικές απώλειες της τάξεως του 30% έως 70% εντοπίζονται κατά τη μεταφορά του νερού», τονίζει ο κ. Μυλόπουλος. «Τα αρδευτικά στο σύνολο των μεγάλων πεδιάδων της χώρας είναι επιφανειακά και αντιμετωπίζουν αυξημένες διαρροές λόγω παλαιότητας, ελλιπούς συντήρησης και μη σωστής λειτουργίας τους, ενώ στα δίκτυα υπό πίεση οι απώλειες περιορίζονται σε ποσοστό 10-15%», εξηγεί. «Μια σχετικά πρόσφατη λύση που δεν έχει ακόμη επεκταθεί στην Ελλάδα είναι η υποεπιφανειακή άρδευση, κατά την οποία έχουμε ορθολογική χρήση νερού με μείωση των απωλειών λόγω εξατμισοδιαπνοής».
Οπως επισημαίνεται στη μελέτη του κ. Μυλόπουλου, στη Θεσσαλία υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες γεωτρήσεις, νόμιμες και παράνομες, οι οποίες έχουν προκαλέσει πτώση της στάθμης του υπόγειου νερού ακόμη και στα 200 μέτρα, κάτι που σημαίνει ότι ένα τμήμα του φυσικού κεφαλαίου της Θεσσαλίας που χρειάστηκε εκατομμύρια χρόνια για να δημιουργηθεί, τώρα καταστρέφεται. «Το νερό, σε πολλές περιοχές, όπως στον Αλμυρό και στη λεκάνη της Κάρλας, έχει γίνει υφάλμυρο, έχουμε καθίζηση εδαφών και η ερημοποίηση βρίσκεται πλέον κοντά...», περιγράφει και προσθέτει: «Κανείς σήμερα δεν μετρά αν χρησιμοποιείται όσο νερό χρειάζεται ανάλογα με τις καλλιέργειες που πρέπει να ποτιστούν. Σε άλλες χώρες το δίκτυο κλείνει, όταν περάσουν τα αναγκαία κυβικά μέτρα νερού για τη συγκεκριμένη καλλιέργεια, και αυτό είναι επίσης κάτι πολύ σημαντικό που θα πρέπει να δούμε...».
Σπύρος Σκύφτας, γεωπόνος στη Λάρισα
Στροφή των αγροτών
«Η κατάσταση που επικρατεί αυτή τη στιγμή στη Θεσσαλία λόγω της έλλειψης νερού είναι απερίγραπτη. Τα κανάλια έχουν ξεραθεί τελείως, το έδαφος σε πολλά σημεία στον Πλατύκαμπο της Λάρισας και αλλού έχει παρουσιάσει ρήγματα και βυθίζεται κατά πλάκες, ενώ ακόμη και σπίτια έχουν χωριστεί στα δύο λόγω των καθιζήσεων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ίδιοι οι αγρότες έχουν αποφασίσει εκ των πραγμάτων να κάνουν στροφή στις ξερικές καλλιέργειες, που απαιτούν λιγότερο νερό. Από τις συζητήσεις που γίνονται στην περιοχή φαίνεται ότι οι περισσότεροι έχουν αποφασίσει να καλλιεργήσουν του χρόνου σκληρό κριθάρι και λιγότερο σιτάρι, το οποίο είναι πιο φτηνό και λιγότερο υδροβόρο. Χρειάζεται να σημειωθεί επίσης πως η αύξηση της τιμής του πετρελαίου δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση, αφού αυξάνει το κόστος της άρδευσης.
Αυτό που απαιτείται για τη Θεσσαλία είναι να γεμίσει καταρχάς με νερό η τεχνητή λίμνη Κάρλα, να φτιαχτούν φράγματα που θα συγκρατούν το νερό και υποδομές για τη διαχείριση των υδάτων. Αν δεν γίνουν αυτά, μέσα σε λίγους μήνες θα γίνονται μάχες σώμα σώμα στα χωριά για το νερό...».
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΡΟΒΒΑ



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου