Για τους ερευνητές της Ασφάλειας, που συνέλαβαν ύστερα από 52 μέρες ερευνών τον δράστη της δολοφονίας του Νίκου Σεργιανόπουλου, ένα είναι σαφές: επιδιώκει να εμφανίσει τον εαυτό του ως έναν σκληρά εργαζόμενο στη Ζώνη του Περάματος, που «εξαπατήθηκε και αποπλανήθηκε» και αποδίδει το γεγονός ότι κατακρεούργησε με ένα κουζινομάχαιρο τον 56χρονο ηθοποιό, σε τρεις αιτίες που όλες «βαρύνουν» το θύμα!Στη χρήση κοκαϊνης, που του δημιούργησε, όπως λέει, παραισθήσεις, στην παραπλάνησή του από τον ηθοποιό, που «του έταξε κόκα και γυναίκες» και στην «απειλή» του Νίκου Σεργιανόπουλου με μαχαίρι, προκειμένου να υποκύψει στις επιθυμίες του... «Δουλεύω ως εργάτης», είπε στην ανακρίτρια, «στα ναυπηγεία του Περάματος. Εκείνη τη μέρα, ως συνήθως, σηκώθηκα στις 4 τα ξημερώματα για να πάω στη δουλειά. Πρέπει να είμαι στη δουλειά στις 7.00.
Ημουνα στον σταθμό γύρω στις 5.00». Λέει στη συνέχεια ότι συνήθιζε να πίνει μπίρα ή γάλα το πρωί «για να καθαρίσει ο οργανισμός μου από το μαζούτ». Περιγράφει τη μοιραία συνάντηση με τον ηθοποιό όπως εκείνος θέλει. «Κάθισα στο πεζούλι απέναντι από τον σταθμό και έπινα την μπίρα μου.
Τότε με πλησίασε ένας άγνωστος άντρας, ο οποίος με χαιρέτησε και μου έπιασε κουβέντα. Δεν είδα να έχει κάτι μη φυσιολογικό στη συμπεριφορά του. Κατάλαβα ότι ήταν Ελληνας. Καλοντυμένος, συμπαθητικός, φιλικός. Δεν μου φάνηκε περίεργο το γεγονός ότι ένας άγνωστος μου έπιασε κουβέντα. Υπέθεσα ότι με πλησίαζε για να μου προσφέρει δουλειά, κάτι που συνηθίζεται. Του πρότεινα να τον κεράσω μια μπίρα, αλλά μου αρνήθηκε, λέγοντάς μου ότι αυτός κάνει χρήση κόκας. Εκείνη τη στιγμή μού πρότεινε να με κεράσει κόκα...
...Εγώ δεν είχα δοκιμάσει ποτέ κοκαϊνη. Μπήκα σε πειρασμό να δοκιμάσω για να δω πώς είναι. Του είπα τότε «ωραία, δώσε μου». Εκείνος μου απάντησε ότι έχει κόκα στο αυτοκίνητο, το οποίο έχει σταθμευμένο δίπλα στην πλατεία. Δεν τον είχα ξανασυναντήσει στην περιοχή, παρότι σύχναζε στην πλατεία αυτή, όπως μου λέτε».
Μαρτυρίες για τη συνάντηση
Στο σημείο αυτό η ανακρίτρια τον πληροφόρησε προφανώς ότι υπάρχουν μάρτυρες που δίνουν την περιγραφή ενός άντρα που είναι ο ίδιος και ο οποίος είχε συναντηθεί στην ίδια πλατεία και το προηγούμενο βράδυ με τον ηθοποιό... «Εγώ επιμένω ότι η πρώτη και μοναδική φορά που τον συνάντησα ήταν εκείνο το πρωί. Τον ακολούθησα στο αυτοκίνητο, για να μου δώσει κοκαϊνη. Μου είπε ότι επειδή υπήρχε ο κίνδυνος να μας δει η αστυνομία, να πάμε στο σπίτι του και μετά θα με πήγαινε αυτός στη δουλειά μου».
Στη συνέχεια ο Γεωργιανός μπαίνει στην εξιστόρηση -πάντα από τη δική του πλευρά και για τους δικούς του λόγους- των όσων συνέβησαν εκεί και οδήγησαν στο τραγικό τέλος του Νίκου Σεργιανόπουλου. «Καθίσαμε στο καθιστικό. Δεν πρόσεξα αν κλείδωσε την πόρτα. Εκείνος πήγε στην κουζίνα που δεν είχε πόρτα, ήταν ενιαία. Τράβηξε ένα τραπεζάκι και έκανε δύο γραμμές από την άσπρη σκόνη. Κρατούσε ένα μικρό καλαμάκι και άρχισε να ρουφάει από τη μύτη. Ρούφηξε όλη τη γραμμή. Μετά σηκώθηκα κι εγώ, μου έδωσε το καλαμάκι κι έκανα κι εγώ το ίδιο». Δεν είχε ξανακάνει χρήση, ισχυρίζεται, αλλά ρούφηξε όλη τη γραμμή... «Αισθάνθηκα ένα περίεργο μούδιασμα στο κεφάλι μου και σ' όλο μου το σώμα. Τρόμαξα με την κατάσταση που ήμουνα. Αρχισα να ξαναπίνω μπίρα, γιατί ένιωθα στεγνό το λαρύγγι μου.
Η μπίρα με ανακούφισε. Εκείνος μπήκε και βγήκε στην κουζίνα χωρίς να κρατάει κάτι... Καθίσαμε στο σαλόνι και μου πρότεινε να ρουφήξουμε κι άλλη γραμμή κοκαϊνης. Ρουφήξαμε πάλι και οι δύο. Μου είχε περάσει το μούδιασμα, αισθανόμουν σαν να πετούσα γι αυτό και δέχθηκα και δεύτερη δόση.
Τα πράγματα μου φαίνονταν περίεργα στον χώρο. Δηλαδή τα αντικείμενα μου φαίνονταν μεγάλα και στραβά... Εγώ έλεγα γιατί δεν ήλθαν ακόμη οι γυναίκες κι εκείνος απαντούσε «δεν πειράζει» και «τίποτα». Μου είπε να βγάλουμε τα παντελόνια μας να είμαστε έτοιμοι. Εβγαλα το παντελόνι μου κι έμεινα με το εσώρουχο.
«Τρελάθηκα, τα 'χασα»
Βγήκε από το δωμάτιο ντυμένος. Εγώ έκλεισα τα μάτια μου για να ξεφύγω από την παράλογη αίσθηση του χώρου που είχα. Τότε αισθάνθηκα να με ακουμπάει ένα χέρι στον δεξί μου ώμο. Ανοιξα τα μάτια μου και τον είδα να είναι τεράστιος, να κρατάει ένα τεράστιο μαχαίρι κοντά στον λαιμό μου. Εγώ ήμουν καθιστός. Αισθάνθηκα να με πιέζει με το τεράστιο μαχαίρι στον λαιμό μου. Εκείνη τη στιγμή αιφνιδιάστηκα, τρελάθηκα, τα χασα.
Κατάλαβα τι ήθελε να κάνω... Σκοτείνιασε το μυαλό μου, τρελάθηκα, θόλωσα. Του έλεγα «περίμενε, περίμενε» και ταυτοχρόνως σηκωνόμουν αργά από το κάθισμά μου. Την ώρα που σηκωνόμουν, του έπιασα το χέρι που κρατούσε το μαχαίρι με μια λαβή. Εχω κάνει τζούντο 4-5 χρόνια. Δεν του πήρα το μαχαίρι από το χέρι. Ηθελα μόνο να απομακρύνω το μαχαίρι από τον λαιμό μου. Δεν θυμάμαι αν το μαχαίρι έπεσε από το χέρι του. Συνεχίστηκε η πάλη μεταξύ μας, έπεσα πάνω του, πέσαμε κι οι δυο στο πάτωμα. Ηθελα μόνο να τον ακινητοποιήσω, να πάρω το μαχαίρι και να φύγω από κει. Αντιστεκόταν, δεν με άφηνε να φύγω. Αν δεν αντιστεκόταν, θα είχα φύγει».
Δεν... θυμάται τη στιγμή που τον μαχαίρωσε
Η περιγραφή του φόνου σίγουρα άφησε άναυδη την ανακρίτρια. «Δεν θυμάμαι πώς βρέθηκε το μαχαίρι στο χέρι μου (!), δεν θυμάμαι τι έγινε. Κάποια στιγμή είδα τα δυο χέρια μου να είναι γεμάτα αίματα. Δεν θυμόμουν πού τον είχα τραυματίσει και ρωτούσα τους αστυνομικούς (!). Δεν θυμάμαι τη στιγμή που τον μαχαίρωσα.
Κι όμως. Ο Γεωργιανός με την επιλεκτική μνήμη, όπως λένε οι αστυνομικοί στην Ασφάλεια, για τα θέματα αυτά έδωσε λεπτομέρειες, τα ξημερώματα του περασμένου Σαββάτου. Τότε που «θυμόταν», έλεγε: «Καθώς σηκωνόμουν τον αιφνιδίασα. Τον σπρώχνω με τα χέρια μου από πάνω μου και με μια λαβή τον πετάω κάτω. Ημουν παλαιστής στη Γεωργία.
Ανω - κάτω το δωμάτιο
Ενώ ήταν στο πάτωμα, έπεσα πάνω του, κυλιστήκαμε, του πήρα το μαχαίρι. Οπως ήμουν πεσμένος με την πλάτη στο πάτωμα, ο Σεργιανόπουλος ήταν από πάνω μου με την πλάτη σε μένα, η πλάτη του ακουμπούσε στο στήθος μου. Οπως ήμασταν έτσι, με το αριστερό μου χέρι κρατούσα το μαχαίρι. Οπως τον είχα πλάτη σε μένα, άρχισα να τον μαχαιρώνω στην κοιλιά, όπου έβρισκα.
Κατάλαβα ότι ήταν νεκρός. Τον έσπρωξα από πάνω μου για να σηκωθώ». Για το μαχαίρι, που λέει στην ανακρίτρια ότι «του είπαν οι αστυνομικοί τι το έκανε», είχε πει στην Ασφάλεια: «Μόλις ντύθηκα, πήρα το μαχαίρι και το έπλυνα στην κουζίνα. Το έβαλα σε ένα συρτάρι που είχε κι άλλα μαχαίρια, κουτάλια και πιρούνια. Μετά πήγα σε όλα τα δωμάτια τα έκανα άνω-κάτω για να νομίσετε ότι κάποιος κλέφτης μπήκε στο σπίτι...».
Στην ανακρίτρια λέει άλλα: «Δεν ξέρω γιατί οι αστυνομικοί έγραψαν ότι εγώ προσπάθησα να σκηνοθετήσω ληστεία. Δεν θυμάμαι τι ώρα ήταν, όταν έφυγα από το διαμέρισμα, ούτε μπορώ να υπολογίσω πόση ώρα έμεινα στο σπίτι και πόση ώρα διήρκεσε όλη αυτή η κατάσταση».
ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΡΣΙΩΤΗΣ



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου